Παρασκευή, 3 Απριλίου 2009

Φρεάντλους λῆροι:Ἡ ἑλληνὶς γλῶσσα, ὡς βούλησις καὶ ὡς παράστασις.

Ἡ ἑλληνὶς γλῶσσα, ὡς βούλησις καὶ ὡς παράστασις.

Ἂν τὰ δύο λεγόμενα γλωσσικὰ ζητήματα, «Δημοτική-Καθαρεύουσα (sic)» καὶ «Πολυτονικὸν-Μονοτονικόν (καὶ πάλιν sic)», ἤδη ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν πρὸ τῶν «δημοκρατικῶν λύσεων», τεχνηέντως συνηνώθησαν εἰς ἕν, προσλαβόντα ἰδεολογικὸν χαρακτῆρα, διολισθήσαντα καὶ εἰς κομματικόν, τώρα, ὑπὲρ τὰ εἵκοσιν ἔτη μετὰ τὸν ἐπιτευχθέντα θρίαμβον τῶν Ἁπλουστευτῶν, ἤρχισαν διαφαινόμενα σημεῖα τινὰ κοπώσεως πολλῶν λεγομένων πνευματικῶν ἀνθρώπων τοῦ χώρου τῶν νικητῶν.

Τὸ νὰ χαρακτηρισθῇ πολιτικοκομματικῶς κάποιος ὑποστηρικτὴς τῶν παραδοσιακῶν μορφῶν καὶ δομῶν τῆς γλώσσης, δὲν εἶναι σπάνιον ἀκόμη καὶ τώρα, κυρίως εἰς ἁπλουστευμένους ἐγκεφάλους νεοελλήνων, ἐχόντων ἀκόμη χρείαν δαιμόνων προκειμένου νὰ αὐτοπροσδιορισθοῦν οἱ ἴδιοι. Εἶναι ἄλλωστε ἴδιον τῶν ἁπλουστευμένων ἐγκεφάλων, τὸ νὰ αὐτοπροσδιορίζονται, ἐλλείψει παιδείας καὶ Γνώσεως, δι᾿ ἀποφατικοῦ τρόπου. Οὕτω λ.χ., εἶς ἀποκεκτηνωμένος ἐκ τῆς ταπεινώσεως τῆς ἥττης, τοῦ φθηνοῦ ζύθου καὶ τῆς δυσπραγίας μέσος Γερμανὸς τοῦ Μεσοπολέμου ἐρωτώμενος σχετικῶς, εὐκολώτερον θὰ ἠδύνατο νὰ αὐτοχαρακτηρισθῇ ὡς «ἀπόγονος μὴ Ἰουδαίων», παρὰ ὡς ἀπόγονος τοῦ Κράναχ, τοῦ Χέρδερ, τοῦ Γκλοὺκ, ἢ τοῦ Χοῦμβολδ. Τοῦτο εἶναι εὐεξήγητον καὶ δὲν ἀφίσταται ποιοτικῶς, ἀλλὰ μόνον ποσοτικῶς, τοῦ ἡμετέρου περὶ τὴν γλῶσσαν «ζητήματος». Ἔχει νὰ κάμῃ κυρίως πρὸς τὴν χαρακτηριστικὴν, ἀκόμη καὶ εἰς πολλοὺς λεγομένους «πνευματικοὺς ἀνθρώπους» ῥαθυμίαν, προκειμένου νὰ ἐπιλέξουν τὴν λέγομένην δύσκολον ἀτραπόν. Οὔτω εἶναι προτιμητέον τὸ νὰ αὐτοπροσδιορισθῇς ὡς Γερμανός, διακηρύσσων ὅτι δὲν κέκτησαι Ἰουδαίων προγόνων, ἀπὸ τοῦ νὰ ἐξοικειώσῃς τὴν εἰκαστικὴν σου παιδείαν εἰς τοὺς πίνακας τῶν Κράναχ, νὰ μελετήσῃς τὰς λαογραφικὰς καὶ ἐθνολογικὰς φιλοσοφικὰς προσεγγίσεις τοῦ Χέρδερ, νὰ ἐθισθῇς εἰς τὰς μουσικὰς εὐαισθησίας τοῦ Γκλούκ, ἢ νὰ ἀγαπήσῃς πέραν τοῦ Μέλανος Δρυμοῦ καὶ τὴν Ἀμαζονίαν, μελετὼν τὰς φυσιοδιφικὰς βίβλους τοῦ Χοῦμβολδ.

Τέτοιοι δὲν θὰ λείψουν ποτὲ εἰς κάθε ἔθνος καὶ κάθε ἐποχήν. Ἀκόμη ὄμως καὶ ἡ σπουδὴ καὶ ἡ ἐφαρμογὴ τῆς ῥαθυμίας καὶ τῆς ἤσσονος προσπαθείας ...γεννᾷ κόπωσιν εἰς ἀρκετούς.

Οὗτοι ἀνίστανται καὶ ἀρχίζουν τὰς ἀναζητήσεις καὶ τὰς ἀνασκαφὰς ἐπὶ πεδίων τὰ ὁποῖα κάποιοι ἐκήρυξαν βιαστικῶς ὡς ἀρχαιολογικοὺς χώρους, ἢ μουσεῖα, ἀπαγορεύοντες κάθε ἄλλην δραστηριότητα ἐκεῖ πέραν τῆς παρατηρήσεως καὶ τοῦ κεχηνότος θαυμασμοῦ.

Κοινὴ ἡ τύχη ἡ ἐπιφυλλασσομένη εἰς πολλὰ πνευματικὰ καὶ ἐνοχλητικὰ πράγματα. Ἡ διαρκὴς μουσειοποίησις προελαύνει. Τὸ βλέπομε καὶ εἰς τὰ λατρευτικὰ ζητήματα. Ἱεροὶ τόποι, τόσον τῆς παλαιᾶς, ὅσον καὶ τῆς τρεχούσης θρησκείας αἴφνης, μετατρέπονται εἰς μουσεῖα καὶ λογῆς «χώρους πολιτισμοῦ». Ἐκεῖ ὅπου ὁ ἁπλοῦς Ἕλλην λαὸς ἐξέπεμπε μολπὰς πρὸς τοὺς θεοὺς ἢ πρὸς τὸν θεόν, ἀδιάφορον, τώρα ἀστράφτουν αἱ Κοντὰκ καὶ περιάγονται στίφη θαυμαστῶν. Βυζαντιναὶ πολύκλαυστοι εἰκόνες καὶ θαυματουργὰ γλυπτὰ τῶν Ἑλλήνων, κοσμοῦν λίβινγκ ροὺμς, ὡς τρόπαια σαφάρι. Κάπως ἔτσι ἀντιλαμβάνονται κάποιοι καὶ τὴν τύχην τῆς ἑλληνικῆς γλώσσης ἀπὸ τῶν ἀπαρχῶν της μέχρις τῶν ἐνδόξων ἐποχῶν τῆς 3ης Ἑλληνικῆς Δημοκρατίας...

Καὶ ὅμως ἀμυδρὸν φῶς ἀσπαίρει ἐν τῇ σήραγγι. Δὲν ὁμιλῶ διὰ τὰς λογῆς λυσικόμους μετανοοῦσας Μαγδαληνάς, τὰς διαπιστούσας post mortem τὴν λεξιπενίαν καὶ τὰς στεναζούσας δῆθεν, ἐπειδὴ «τὰ παιδιὰ μας (σας) δὲν μποροῦν νὰ διαβάσουν τὸν Παπαδιαμάντη». Εἶναι ἐκεῖναι αἱ ἴδιαι ὀρχηστρίδες καὶ αὐλητρίδες, αἱ κορυβαντιῶσαι ὅταν οἱ Λύσσανδροι (Ῥάλλαι, Βερυβάκαι κλπ. ἐθναρχευόμενοι ὑπὸ τοῦ Μεγάλου Ἀναμορφωτοῦ) κατεδάφιζαν τὰ Μακρὰ Τείχη, τὰ ἑνοῦντα τὸν Πειραιᾶν καὶ τὰς Ἀθήνας. Εἶναι οἱ ἴδιοι οἱ ὁραματισθέντες τὸ Πνευματικὸν Ἄστυ ἄνευ ἐπινείου, τὸ δὲ ἐπίνειον τοῦ Πολιτιστικοῦ Πειραιῶς ἄνευ ἐνδοχώρας. Αὐτοὶ καὶ οἱ συσσυμμορῖται των παρεσκεύασαν τὸν παχύπελον τάπητα τῆς ὑποδοχῆς τῶν βαρβαρικῶν στιφῶν τῶν λυμαινομένων τώρα τὴν χώραν. Τὸ σχέδιον τῶν λυμεώνων περιελάμβανε καὶ τὴν ἑλληνίδα γλῶσσαν. Ἦσαν ὅλα προμελετημένα καὶ προσχεδιασμένα. Μὴ φαντασθεῖ κανεὶς ὅτι αἱ αὐλητρίδες αὗται οἰστρηλατοῦντο ἐκ τῶν σκοπῶν τοῦ Δελμούζου, τοῦ Ψυχάρη καὶ τοῦ Βηλαρᾶ. Τὸ προσχέδιον ἔλεγεν ὅτι ἡ χώρα πρέπει νὰ εἶναι προητ(ο)ιμασμένη καὶ γλωσσικῶς, προκειμένου νὰ ὑποδεχθῇ, κατὰ τὰ μελετημένα, τοὺς νέους πληθυσμούς. Δὲν ἦτο δυνατὸν ἂν τινες ἐξ αὐτῶν, (κατὰ λάθος) ἤθελον εὑρεθῇ πρὸ δικαστηρίου, νὰ ἀκοῦν τὰ ἀλαμπουρνέζικα τῆς γλώσσης τοῦ Σαριπόλου καὶ τοῦ Ῥακτιβάν... Δὲν ἦτο δυνατὸν οἱ γόνοι των νὰ «διδάσκονται» εἰς σχολεῖα ὅπου ἀκούεται ἄλλη γλῶσσα ἐξ αὐτῆς ἡ ὁποία εἶναι χρήσιμος διὰ τὸ «γιαπὶ, τὸ πηλοφόρι, τὸ μυστρί». Ὅλα ἐγένοντο ἐπικαίρως καὶ ἐγκαίρως.

Ὅμως ὡς προελέχθη, ἀμυδρὸν φῶς ἀσπαίρει ἐν τῇ σήραγγι.

Ὅλον καὶ περισσότεροι, ὄχι πολλοὶ ἀκόμη, πνευματικοὶ (ἄνευ εἰσαγωγικῶν) ἄνθρωποι, κύπτουν νοσταλγικῶς εἰς τὰ πικρὰ ἀλλὰ νόστιμα χορτάρια τοῦ πνευματικοῦ ἀγροῦ τῆς νεότητός των. Ἀκόμη περιεργότερον, νέοι ἄνθρωποι μηδέποτε μολυνθέντες καθαρολογικῶς ἢ πολυτονικῶς, ἐρευνοῦν καὶ ἀναδιφοῦν εἰς τὸν λειμῶνα τῶν πικρῶν χόρτων, κορεσθέντες ἐκ τῶν καλλιεργημένων γλυκέων πράσων καὶ ἀνθοκραμβῶν τοῦ συγχρόνου πνευματικοῦ σιτηρεσίου καὶ ἀηδιάσαντες ἀπὸ τὰ σύγχρονα σοῦπερ μάρκετ. Κατὰ κανόνα ἄνθρωποι ἐκτὸς τοῦ πρυτανείου τῶν διαφόρων κρατικοδιαίτων φορέων ἐκ-πολιτισμοῦ.

Ἀηδιάσαντες ἐκ τοῦ κοπρῶνος τῶν μέσων. Ἐκ τῶν στροβιλιζομένων χαμερπῶν δερβισσῶν τῶν «παραθύρων» τοῦ ἀνακυκλουμένου, πομφολυγώδους λόγου. Ἐκ τῆς πεντηκοστῆς τρίτης παραστάσεως τοῦ «Κύκλου μὲ τὴν Κιμωλίαν» εἰς τὸ κηποθέατρον τῆς Ἄνω Κορφοφιδίτσης. Ἀηδιάσαντες ἐκ τῶν δημοσίων καὶ ἰδιωτικῶν ὀγκανητῶν καὶ ἐκ τοῦ λυγμώδους προπαροξυτόνου λόγου, ἐκεῖ ὅπου τὸ ἑλληνικὸν οὖς ἀναζητεῖ τὴν φιλήμερον προσῳδίαν τῆς δονουμένης ἠχητικῶς παραληγούσης. Σκούζουν οἱ ψευδοϊερεμίαι διὰ τὰ μάρμαρα τοῦ Παρθενῶνος, καθ᾿ ἣν στιγμὴν ἐκθεμελιοῦνται καθημερινῶς καὶ κρεουργοῦνται δημόσια σήματα. Χειρότερον ὅμως καὶ ἀπὸ τὴν σκαπάνην τοῦ Ἐλγίνου εἶναι τὸ νὰ λές˙ «τοῦ δημόσιου πανεπιστήμιου».

Ἂν εἶσαι Ἕλλην «κόρος πατέρων πολιατᾶν», χέσ᾿ τὸν Ἐλγῖνον καὶ τὰ μάρμαρά του, λάβε τὰ σκαπτικὰ σου. Ἡ Πεντέλη σὲ ἀναμένει. Τὸ ἴδιον μάρμαρον εἶναι ἐκεῖ καὶ εἶναι λαλέον καὶ ἔμπνουν. Ἁπλῶς ἐβαρέθη νὰ χρησιμοποιῆται δι᾿ ἀποπάτους, μπανιέρας, ἀηδεῖς ὀρθομαρμαρώσεις καὶ κουασιμώδη «γλυπτά». Ἂν ὑπάρχουν Ἕλληνες, ἂς τὸ ἐξωρύξουν. Ἂς τὸ πλάσουν, ἂς τὸ σηκώσουν ψηλά, εἰς τὸν θλιβερὸν ἐρειπιῶνα τῆς Ἀκροπόλεως. Ἂς τὸ κάμουν πάλιν μετώπας καὶ ζῳφόρους καὶ ἑβδόμην Κόρην τοῦ Ἐρεχθείου. Ὅλα ταῦτα διορθοῦνται καὶ ὑπερυψοῦνται, ἀρκεῖ νὰ στοχευθοῦν, ἀρκεῖ νὰ καταστοῦν ἀναγκαῖα εἰς τὸν καθημερινὸν Νεοέλληνα.

Αυτὸ τὸ ὁποῖον δὲν θὰ διορθωθῇ εὐκόλως εἶναι τὸ νὰ λές˙ «τοῦ δημόσιου πανεπιστήμιου». Τοῦτο πληγώνει καὶ καταστρέφει ὅσον πεντήκοντα Ἀλάριχοι, ἑξήκονται Σῦλλαι, ἑβδομήκοντα Καινιξμᾶρκοι. Ἀποδομεῖ τὰ θείαις χερσὶν δεδομημένα. Εὐτελίζει τὸ ἐπὶ γῆς ἀπείκασμα τῆς ἁρμονίας τῶν οὐρανίων σφαιρῶν. Χαράζει τὸν σπάνιον ἐβονίτην τοῦ ὑπερόχου δίσκου μὲ καρφί. Ξυλάρμενος ἡ λέξις τοῦ Μωραϊτίδου πελαγοδρομεῖ ἄνευ περισπωμένης, ὁδηγουμένη ὑπὸ τῶν κυμάτων τῆς γλωσσικῆς ἀκηδίας εἰς τοὺς ἀπορρώγας τῆς Τσουγκριᾶς. Ἡ θεία ἀσέλγεια τοῦ μεγάλου Ἐμπειρίκου, ὑποχρεοῦται νὰ λαγνουργήσῃ ἐστερημένη τῶν σπουδαίων της συμβόλων τῆς λεκτικῆς χλιδῆς. Αἱ μικραὶ νόστιμοι νεάνιδες τῶν πόθων, ἡ Καρλόττα, τὸ Ῥόδον τοῦ Ἰσπαχάν, ἡ Φλόσσυ, θὰ βιώσουν τὰς ἡδονὰς ὄχι εἰς τὸ δωμάτιον τῶν περιττῶν ὡραίων πραγμάτων, ἀλλὰ ἐπὶ ντιβανοκασέλλας, ἐντὸς ἐμπορορραφείου. Θὰ τοὺς λείψῃ ἡ μπλὲ κομπὰλ κορδέλλα-περισπωμένη. Θὰ χάσουν τὰ κομψοτεχνήματα τῶν βαρειῶν, τὰ ἀραβουργήματα τῶν πνευμάτων. Κανεὶς πιὰ δὲν θὰ καλεῖ μίαν πανέμορφον Ἑλένην μ᾿ ἐκεῖνην τὴν ἡδονικὴν δασύτητα τοῦ Ἑ, τὴν ὁποίαν καὶ αὐτὴν μᾶς τὴν πῆραν οἱ Ἐλγῖνοι καὶ τὴν τιμοῦν ἀκόμη ἡδονικώτερον, μὲ ὁλόκληρον h ἔμπροσθεν. Καὶ μᾶς τιμωροῦν συνεχῶς καὶ μᾶς περιγελοῦν. Οἱ ἀπόγονοι τῆς Βοαδικείας ἔρχονται εἰς τὰς Athens, τοῦ Βερκικεντόριγος εἰς τὰς Athenes, ὁ μπαρπα-Γιῶργος, ὁ ἀπόγονος τοῦ ἱδρυτοῦ τῶν Ἀθηνῶν, πάει στὴν Ἀθήνα..., τοῦ γ᾿μάρ!

Δεν υπάρχουν σχόλια: