Κυριακή, 30 Ιανουαρίου 2011


Αλεξάνδρεια 1882.
Η Αίγυπτος απέναντι στην «πολιτική των κανονιοφόρων».
(Οι ναυτικές κυρίως επιχειρήσεις).
Ἀνάτυπον ἐκ τοῦ περιοδ. «ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΣΕΛΙΔΕΣ» τ. 5, Ἰούλ. 2006

Γελοιογραφία τοῦ περιοδ. «JUDGE».
ΕΙΣΑΓΩΓΗ.
Ο έλεγχος της Αιγύπτου αρχαιόθεν ήταν ένα επιδιωκόμενο κάθε δυνάμεως η οποία ήθελε να ελέγχει, πρώτον τους επισιτιστικούς της πόρους[1]. Κυρίως όμως, ζητούμενος ήταν ο έλεγχος του εξαιρετικού εκείνου γεωγραφικού σημείου, το οποίο δεσπόζει ως πέρασμα δύο θαλασσών και ζεύγμα δύο ηπείρων. Εννοούμε βεβαίως τον ισθμό αρχικώς και διώρυγα από τα τέλη του ιθ΄ αιώνος του Σουέζ.
Από της διανοίξεως της διώρυγος ήδη είχαν φανεί τα πρώτα σημεία ανταγωνισμού, ανάμεσα σε δύο δυνάμεις της εποχής, στην Γαλλία και στο Ηνωμένο Βασίλειο[2]. Η Γαλλία έχοντας στρέψει μέγα μέρος του αποικιοκρατικού της ενδιαφέροντος στα απέναντί της βορειοαφρικανικά παράλια, έβλεπε το θέμα της Αιγύπτου υπό το παραμορφωτικό κάτοπτρο κάποιων ιδεολογικών αγκυλώσεων. Πρώτη αγκύλωση ήταν η τραυματική εμπειρία της βοναπαρτικής περιπετείας της στρατιάς του Διευθυντηρίου. Ο νέος Βοναπάρτης, ο Ναπολέων ΙΙΙ, ο δεύτερος και τελευταίος Γάλλος Αυτοκράτωρ, δεν επιθυμούσε να θυμίσει στους υπηκόους του μια ένδοξη, όσο και ταπεινωτική στην κατάληξή της εκστρατεία του δαιμονίου θείου του. Οι δημοκρατικοί επίσης διάδοχοί του δεν έδειξαν διαθέσεις αντίθετες. Έπειτα,  υπήρχε μια βεβαιότητα για την επιρροή της Γαλλίας που πήγαζε από δεδομένα όπως η αρχικά έντονη παρουσία Γάλλων στη στρατιωτική και διοικητική μηχανή του Μεχμέτ Αλή και των επιγόνων του, όπως επίσης και η επιχειρηματική αργότερα δράση του Φερδινάνδου ντε Λεσσέψ και των συνεργατών του. Όμως και τα δύο αυτά δεδομένα αχρηστεύθησαν, ακολουθώντας την πορεία κάθε επισφαλούς και προσωρινού προτερήματος. Μια νέα τάξη γηγενών αξιωματούχων, οδήγησαν σε μια βαθμιαία απογαλλοποίηση της κρατικής μηχανής της Αιγύπτου. Σ’ αυτό μάλιστα συνετέλεσε σημαντικά η στάση της Γαλλίας στην πελοποννησιακή περιπέτεια του αιγυπτιακού στρατού. Όσον  αφορά στην διώρυγα, η Εταιρία της, μετά την οικονομική καταστροφή του Λεσσέψ, μια καταστροφή ίσης γεωπολιτικής αξίας για την Γαλλία με τη συμφορά του Αμπουκίρ, περιήλθε σε βρετανικά χέρια, προοιωνίζοντας την δικαιολογητική βάση των στρατιωτικών δράσεων που θα περιγράψουμε ακολούθως. Αναγκαίον είναι να κάνουμε μια σύντομη και αδρομερή αναφορά στην πολιτική πορεία των αιγυπτιακών πραγμάτων μετά τον δαιμόνιο Αλβανό πασά της Αιγύπτου  Μεχμέτ Αλή.
Η πορεία αυτή ορίζεται κατά βάσιν από την ανάπτυξη στο εύφορον έδαφος της Αιγύπτου του ευώδους, όσον και ακανθώδους μεταναπολεοντίου πολιτικού φρούτου, του εθνικισμού. Μια σειρά ισχυρών πολιτικών ανδρών, κινουμένων ιδεολογικώς ανάμεσα στον θρησκευτικό φονταμενταλισμό και στον ευρωπαϊκής χροιάς εκσυγχρονισμό της χώρας τους, άρχισαν να ξεσηκώνουν τους συμπατριώτες τους. Οι χεδίβαι[3] παρακολουθούσαν απροθύμως την όλη κατάσταση, δέσμιοι της μοίρας τους, μιας μοίρας εξηρτημένης από τις διαθέσεις των Ευρωπαίων, ήδη από την εποχή που αυτοί διέκοψαν την θριαμβευτική πορεία του γνωστού μας Ιμπραήμ πασά προς την Κωνσταντινούπολη[4].
Όσον ασήμαντοι πολιτικώς υπήρξαν οι επίγονοι του Μεχμέτ Αλή, τόσον η σειρά των δυναμικών πολιτικών διαφόρων τάσεων, όπως ο μουσουλμάνος υπερεθνικιστής Αραμπή πασάς, ή ο δυτικόφιλος κόπτης Μπούτρος Γκάλι πασάς, έδωσε το εκρηκτικό εκείνο μίγμα ιδεών και δράσεων, που θα οδηγούσε μοιραία κάποια στιγμή, έναν αιώνα μετά, στο φαινόμενο Αμπντάλ Γκαμάλ Νάσερ…
Η Αλεξάνδρεια υπήρξε το εκκολαπτήριο των επωδύνων αυτών τοκετών. Πολιτικές λέσχες, τεκτονικές στοές, αθλητικοί σύλλογοι, μενδρεσέδες[5], εστέγασαν δεκάδες συνομωσίες στο δεύτερον ήμισυ του ιθ΄ αιώνος.
Οι ξένοι, με την προκλητική τους συμπεριφορά, ζώντας σε μια μυθική ατμόσφαιρα απολαύσεων και απολαβών, αντιλαμβανόμενοι την αιγυπτιακή πραγματικότητα μέσα από ένα παραμορφωτικό φαραωνικό κάτοπτρο, άρχισαν να γίνονται ο στόχος όλων εκείνων που οι δυνάμεις τους δεν επαρκούσαν ώστε να πυροβολήσουν απ’  ευθείας την αυτοκράτειρα Βικτωρία και τους πρωθυπουργούς της.
Η Αλεξάνδρεια ήταν η αγαπημένη πόλη των Ευρωπαίων. Μακρυά από το εχθρικό Κάιρο, δίπλα στην θάλασσα που φέρνει αγαθά από τις ευρωπαϊκές πατρίδες, αλλά και κανονιοφόρους αν χρειασθή. Η πόλη παρουσίαζε ένα έντονο κοσμοπολιτικό χαρακτήρα, ίχνη του οποίου ανιχνεύονται ακόμη και στη μετανασερική εποχή.
Ὁ Ἀραμπῆ πασᾶς
Ο Αχμάντ Αραμπή αλ Χουσαϊνί, ο γνωστότερος ως Αραμπή Πασάς (Χάρια-Ρούζνα Κάτω Αιγύπτου 1839-Κάιρο 1911), ήταν συνταγματάρχης το 1879, το έτος κατά το οποίο οι Βρετανοί ανέτρεψαν τον χεδίβη Ισμαήλ, για να ανεβάσουν στον θρόνο τον πλέον δυτικόφιλο υιό του Ταουφίκ. Πρωτοστάτης του εθνικισμού, ίδρυσε το «Εθνικό Κόμμα» και ανέλαβε το στρατιωτικό υπουργείο. Εχοντας την υποστήριξη του στρατού και την ηθική βοήθεια των μορφωμένων ιεροδιδασκάλων (ουλεμάδων), απηγόρευσε στους Αγγλογάλλους κάθε παρουσία των στόλων τους στην περιοχή για την προστασία των υπηκόων τους. Σαν αποτέλεσμα των ενεργειών του αυτών προέκυψαν οι ακρότητες του αραβικού όχλου της πόλεως του 1882. Περιουσίες λεηλατήθηκαν, έγιναν εμπρησμοί και δολοφονίες.
Στον λιμένα της πόλεως έσπευσαν διάφορα πολεμικά πλοία, με σκοπό να προστατεύσουν τους Ευρωπαίους. Ο Αραμπή όμως διέταξε την απομάκρυνσή τους, απειλώντας σε διαφορετική περίπτωση να ανοίξει πυρ.
Στην Γαλλία ο δυναμικός πρωθυπουργός και υπουργός των εξωτερικών Κάρολος Λουδοβίκος Φρεσινέ (1828-1923), εισηγήθηκε την κατάληψη του διαύλου. Η δυσαρέσκεια όμως του προέδρου Γκρεβύ σε μια τέτοια εξέλιξη που θα όξυνε τον αγγλογαλλικό ανταγωνισμό, οδήγησε στην παραίτηση του Φρεσινέ και στην άνοδο του αγγλοφίλου Λέοντος Γαμβέττα, ο οποίος εκράτησε την Γαλλία μακράν των εν εξελίξει γεγονότων.
Ὁ πρωθ. Γλάδστων.
Οι εξελίξεις τώρα ήσαν εξ ολοκλήρου στα χέρια της Μ. Βρετανίας. Η κυβέρνηση του Γλάδστωνος, χωρίς χρονοτριβή οργάνωσε μια εκστρατεία που όσο και αν στρεφόταν εναντίον ενός ασημάντου στρατιωτικώς αντιπάλου, κατέπληξε με την αποτελεσματικότητά της, δείχνοντας για μια ακόμη φορά, ότι η χώρα μπορούσε να υπερασπισθεί και να διαφυλάξη τα συμφέροντά της ανά πάσαν στιγμήν. Η Αυτοκρατορία αν εξαιρέσουμε τα troop-ships, τα οποία επιχειρούσαν κυρίως στον Ινδικό Ωκεανό, δεν διέθετε μεταγωγικό στόλο. Το εμπορικό ναυτικό εκλήθη και πάλιν υπό τα όπλα.
Ατμόπλοια με διαμερίσματα υπό το κατάστρωμα ύψους 1.85 μ. για το πεζικό και άλλα με 2.40 μ. για το ιππικό, ναυλώθηκαν απαλλασσόμενα από κάθε λιμενικό, πλοηγικό κλπ. τέλος. Οι εφοπλιστές ανέλαβαν την διατροφή των στρατευμάτων, επί τη βάσει προκαθωρισμένου τιμολογίου.
16.000 άνδρες και 5.000 ίπποι, θα μετεφέροντο στην ζώνη των επιχειρήσεων με 75 ατμόπλοια, ανάμεσά τους αρκετά άνω των 2.000 τόνων, καθώς και το πλωτό νοσοκομείο Καρχηδών Carthage», των P&O Lines)[6]. Μια δεύτερη αρμάδα προερχομένη από την Ινδική Χερσόννησο, θα έφερνε δια της Ερυθράς Θαλάσσης στο Σουέζ, 15.000 άνδρες και 7.500 ίππους και ημιόνους με 55 μεγάλα ατμόπλοια.

ΟΙ «ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΕΣ».
Γελοιογραφία τοῦ χεδίβου Τεουφίκ.

Ο Αραμπή στο λίγο διάστημα που κατείχε την εξουσία, έστω και ατύπως, προσπάθησε να δημιουργήσει στην Αλεξάνδρεια επάκτια πυροβολεία, τα οποία ήλπιζε να κρατήσουν τα εκστρατευτικά σώματα υπό κάποιον τουλάχιστον έλεγχο, ώστε να καταστεί δυνατή η συγκέντρωση δυνάμεων σε σημεία αποβάσεων.
Η γεωγραφική περιγραφή της Αλεξανδρείας του 1882 δεν διαφέρει πολύ από την σημερινή όψη της, αν εξαιρέσουμε ένα πλήθος χρησίμων για την ναυτιλία έργων που έγιναν έκτοτε, καθώς και το σημαντικό έργο που έχουν επιτελέσει οι ικανές λιμενικές αρχές της, έναντι των προσχώσεων, οι οποίες μπορούν να συγκριθούν με εκείνες του Μοντεβίδεο ή του Σουλινά.
Η πόλη είναι κτισμένη επάνω σε μια χερσόννησο, της οποίας το άκρο σχίζεται σε δύο βραχίονες, από τους οποίους ο ΒΑ απολήγει στο φρούριο του Φάρου, περίπου στο σημείο του περιφήμου αρχαίου πτολεμαϊκού φάρου.  Ο άλλος καταλήγει στο ακρωτήριο του Ευνόστου. Οι δύο αυτοί βραχίονες πριν ενωθούν στην αρχαιότητα με σχετικά έργα, αποτελούσαν τη νήσο του Φάρου. Τώρα σχηματίζουν το λιμενικό συγκρότημα της πόλεως, με τον νέο λιμένα ανατολικά, σε πολύ κακή κατάσταση την εποχή εκείνη λόγω των προσχώσεων και αρκετά εκτεθειμένο στον Γραίγο. Από την άλλη πλευρά το παλαιό λιμάνι, πολύ βαθύ και πλήρως υπήνεμο από θαλάσσης, αλλά δύσκολο στη ναυσιπλοΐα.
Ἀλεξάνδρεια
Από το ακρωτήριο του Ευνόστου μέχρι την τεχνητή χερσόννησο Μαραμπούτ, 8 χλμ. υφάλων δημιουργούν ένα επικίνδυνο φράγμα σε όλη την πρόσοψη της αλεξανδρειανής ακτής, με τρεις μόνον διόδους. Αυτές είναι εξ ανατολών προς δυσμάς: Το el Bughaz, απ’  όπου πέρασε ο Κανάρης[7], απαγορευμένο για νυκτερινή πλέυση, ακόμη και σήμερα, όπως μπορεί κανείς να διαπιστώσει στην υδρογραφική σήμανση! Το el Bughaz el Kebir, η μεγάλη είσοδος με βάθος 7 μ. τότε, σημερινό 14,5 μ. και καθοδηγητικά φώτα στις 110ο.  Το πέρασμα el Dikheila τέλος προς την πλευρά του Μαραμπούτ. Από το el Bughaz, ή Δίοδο των Κορβετών ως ελέγετο τότε, μέχρι τον Εύνοστο, εκτείνεται ένας ισχυρός κυματοθραύστης. Δυτικώς της διώρυγος Μαχμουδιέ, η οποία ενώνει τον Νείλο με τον Παλαιό Λιμένα, εκτείνεται προς την θάλασσα προβλής 900 μ. Απέναντι στον Εύνοστο, επιβάλλεται με τον όγκο του το ανάκτορο Ρας ελ Τίν.
Τὸ Φρούριον τοῦ Φάρου μετὰ τὴν μάχην.
Δύο αμυντικές γραμμές χαρακτήριζαν την οχύρωση της πόλεως. Η πρώτη από το φρούριο του μικρού φάρου, μέχρι το Ρας ελ Τιν. Και από ‘κει μέχρι το Μαραμπούτ. Η δεύτερη αυτή γραμμή, περιελάμβανε το φρούριο Μαραμπούτ, του οποίου τα πυροβολεία ήσαν οπλισμένα με 4 πυροβόλα Armstrong των 12 και 18 tn, 5 όλμων και 30 λείας κάνης των 32 λιτρών. Από την στεριά, το Μαραμπούτ υποστηριζόταν από το φρούριο Ατζεμί (el Agami). Ανατολικά το πυροβολείο Μάρσα ελ Κανάτ, κοντά περίπου στους σημερινούς αεροδιαδρόμους. Ανατολικότερα το φρούριο Μεξ, με 30 βαρέα τοπομαχικά πυροβόλα, από τα οποία τα 4 Armstrong. Ύστερα η Ταμπίγια ελ Καμάρια με 5 πυροβόλα, το Ομούκ Κουμπέπ με 18 και τέλος το πυροβολείο Σαλέχ Αγά. Την υπεράσπιση του παλαιού λιμένος συμπλήρωνε το φρούριο του νέου φάρου στον Εύνοστο, με 24 τοπομαχικά.
Η δεύτερη γραμμή, άρχιζε με μια σειρά πυροβολείων έμπροσθεν του ανακτόρου Ρας ελ Τιν, του φρουρίου Άντα, του φρουρίου του παλαιού φάρου κατάντικρυ του μικρού φάρου και το συγκρότημα Σιλσιλί. Στην ενδοχώρα το φρούριο του Ναπολέοντος (Marsad Kom el Nadura), μπορούσε και ‘κεινο να προσφέρει στην άμυνα του λιμένος. Τα πυροβόλα ήσαν άφθονα και οι 700 πυροβολητές τους εξαίρετοι, επί των καλών βάσεων της μεγάλης γαλλικής σχολής του πυροβολικού. Όμως δυστυχώς! τα μόνα απ’ αυτά που θα μπορούσαν να απειλήσουν τους βρετανικούς θώρακες, ήσαν τα Armstrong των 12 και 18 tn… Περίπου 12.000 πεζοί επήνδρωναν τα φρούρια. Το όνομα του στρατιωτικού τους διοικητού δεν το διέσωσε η ιστορία.

Η ΑΡΜΑΔΑ ΤΗΣ Α.Μ.

Οκτώ θωρηκτά και πέντε κανονιοφόροι ήσαν η δύναμη κρούσεως του βρετανικού στόλου. Η ναυαρχίς Ανίκητος (Invincible) θωρηκτό με κεντρική πυροβολοστοιχία, κλάσεως Audacious, είχε καθελκυσθεί το 1869 από τους Napier Dyd Glascow. Είχε εκτόπισμα 6.000t και κεντρικό πυροβολείο 10 εμπροσθογεμών πυροβόλων των 9in επί δύο πατωμάτων, 4 των 6in και 6 των 20pdr (λιβρών). 450 άνδρες αποτελούσαν το πλήρωμά του, προστατευμένοι πίσω από θωράκιση πλακών 8-6 in, επί φέροντος ξύλου των 10in.
«Μονάρχης».
Ο Μονάρχης (Monarch), ατμήλατο και ιστιοφόρο, ήταν το πρώτο πλοίο οπλισμένο με πυροβόλα των 12in. Καθελκύσθηκε το 1869 στους Chatham Dyd. Ηταν το ταχύτερο πολεμικό της κατηγορίας του (15kts) την εποχή της καθελκύσεώς του, ξεπερνώντας και τον περίφημο κριό Affondatore των Harrison, Millwall του 1866[8]. Το επήνδρωναν 575 άνδρες.
Η Πηνελόπη (Penelope), τεθωρακισμένη κορβέτα με κεντρική πυροβολοστοιχία, ήταν ένα αρκετά χονδρό πλοίο, που αν και τυπικά οι κατασκευαστές του (Pembroke Dyd, 1867) του έδιναν ταχύτητα 12kts, ουσιαστικώς δεν μπορούσε να υπερβεί τους 8,5. Ηταν όμως μια εξαίρετη πλωτή πυροβολαρχία, που φιλοξενούσε 350 άνδρες, τους μνηστήρες της Πηνελόπης όπως χαριτολογώντας απεκαλούντο στο Βασ. Ναυτικό. Ήταν ένα σταθερότατο πλοίο με τα 8 εμπροσθογεμή της των 8in, τα 4 των 6in και 2 των 20pdr.
«Πηνελόπη».
Ο Παράτολμος (Audacious), δίδυμος του Ανικήτου, (Napier Dyd, 1867), έγινε ο αρχηγός της κλάσεώς του με δύο ημέρες διαφορά έναντι του αδελφού του στον δεξαμενισμό του (26-28/6/1867).
Η Αλεξάνδρα (Alexandra), θωρηκτό κεντρικής πυροβολοστοιχίας, δεξαμενίσθηκε το 1873 (Chatham Dyd) αρχικώς ως Superb. Μετονομάσθηκε ένα έτος προ της καθελκύσεώς του σε  Αλεξάνδρα, όταν λόγω του Ρωσσοτουρκικού πολέμου 1877, το εν εσχάραις οθωμανικής παραγγελίας Hamidieh (ουδεμία σχέση με το γνωστό καταδρομικό των Βαλκ. Πολέμων) περιήλθε στο Βασ. Ναυτικό υπό το όνομα Superb (Υπερήφανος)[9].
Ο Υπερήφανος (Superb), θωρηκτό κεντρικής πυροβολοστοιχίας, καθελκύσθηκε το 1875 (Thames Iron Wks, Blackwall), εκτοπίσματος 9710t, με 16 εμπροσθογεμή των 10in  και 4 των 14in, πληρώματος 654 ανδρών.
Ο Σουλτάνος (Sultan), επίσης θωρηκτό κεντρικής πυροβολοστοιχίας (Chatham Dyd), του 1870, είχε δύο προεξέχοντες στα πλευρά του ακινήτους πύργους. Ηταν οπλισμένος με  εμπροσθογεμή 8 των 10in και 4 των 9. Ακόμη 7 των 20pdr, έφερε δε 4 τορπίλλες των 14in και μετέφερε δύο τορπιλλοβόλα.. Ακόμη έφερε δύο ηλεκτρικούς προβολείς σημάνσεως, με τους οποίους έγινε η πρώτη νυκτερινή κατόπτευση των εχθρικών οχυρώσεων. Είχε πλήρωμα 633 άνδρες.
Ο Θαρραλέος (Temeraire), ήταν το πρώτο βρετανικό πλοίο με κεντρική μεν πυροβολοστοιχία, αλλά και δύο επί του ανωτέρου καταστρώματος εξέδρες 2 πυροβόλων των 11in. Ήταν ένα πραγματικά υβριδικό πλοίο, διότι τα πυροβόλα αυτά ήταν επί κιλλίβαντος Μονκριέφ. Το σύστημα Moncrieff, σχεδιασμένο για επίγεια οχυρά, χαρακτηρίζεται από τήν δυνατότητά του να οπλίζει υπογείως και να βάλλει υπέρτοιχον.
Τὸ σύστημα βολῆς «Μονκριέφφ».

Τέλος, το στολίδι του στόλου ήταν ο Άκαμπτος (Inflexible), ένα πυργωτό ιστιοφόρο του 1876 (Portsmouth Dyd). Έφερε τα βαρύτερα πυροβόλα και την πιο παχεία θωράκιση της αρμάδας, αποτελούσε δε μια βρετανική απάντηση στο ιταλικό Duilio. Ήταν ένα παράθυρο προς το μέλλον των θωρηκτών, έχοντας τους πύργους του χιαστί και 4 πυροβόλα των 16in, βάλλοντα μαζί όλα επί δίωξιν και πλευρικώς, τα δύο δε από αυτά και επί φυγήν. Ηταν αναμφιβόλως το θαυμαστότερο πολεμικό της εποχής του.

«Ἄκαμπτος».

Ο Ελληνισμός της Αλεξανδρείας και το Ελληνικό

Κράτος κατά τα γεγονότα του 1882.

Κατά την εποχή των γεγονότων που εξιστορούμε, τον Ελληνισμό μόνο στην Αλεξάνδρεια, εκπροσωπούσε μια παροικιακή κοινότης άνω των 30.000 ομογενών μας. Ανάμεσά τους, η αφρόκρεμα του νεοελληνικού ευεργετισμού, όπως ο Γ. Αβέρωφ, αλλά και απλοί άνθρωποι όπως η οικογένεια Καβάφη.
Η ελληνική κυβέρνηση υπό τον δεδηλωμένο αγγλόφιλο Χαρ. Τρικούπη, ο οποίος όμως προ ολίγου καιρού είχε απεριφράστως απορρίψει  την ιταμή αγγλική εντολή, περί υπογραφής δηλώσεως μη επιθέσεως κατά οθωμανικού εδάφους, δεν ήταν διατεθειμένη να παραμείνει απλός θεατής της δράσεως του βρετανικού στόλου, δημιουργώντας την εντύπωση  στους ομογενείς, ότι η πατρίς τους θυμάται μόνον όταν υποδέχεται τα εμβάσματα και τις ευεργεσίες τους.
«Βασιλεὺς Γεώργιος».
Ετσι τρεις ημέρες μετά τον κατάπλου του Αγγλογαλλικού στόλου στις 20 Μαΐου 1882, το Βασιλικό μας Ναυτικό έκανε την εμφάνισή του με τον ατμοδρόμωνα Ελλάς (πρώην Αμαλία) και την θωρακοβάριδα  Βασιλεύς Γεώργιος, υπό τους πλοιάρχους Μιλτ. Κανάρη και Γεώργ. Σταματέλο αντιστοίχως.
Σκοπός της παρουσίας αυτής δεν ήταν η εμπλοκή σε επιχειρήσεις επιθετικού χαρακτήρος, αλλά  οι ενέργειες εκείνες που θα οδηγούσαν στην προστασία της ομογενείας και μετά το τελεσίγραφο του ναυάρχου Σέυμουρ, η παραλαβή των Ελλήνων, μέσα από μια Αλεξάνδρεια στην οποία ο έλεγχος του Αραμπή πασά είχε χαθεί, παρά τις φιλότιμες προσπάθειες αυτού και του διοικητού της πόλεως Ομέρ Λουτφή πασά  για επιβολή της τάξεως.
Οι αστυνομικές δυνάμεις συντόμως, ελαχίστως διέφεραν από τις φελλαχικές συμμορίες που ξαφνικά άρχισαν να κατακλύζουν τα προάστεια της πόλεως, ευτυχώς οπλισμένες κυρίως μόνο με ρόπαλα. Πολλά έχουν ειπωθεί για την περίπτωση αυτή. Μάλλον ποτέ δεν θα μαθευτεί η αλήθεια, όπως καμμία αλήθεια δεν έχει ποτέ μαθευτεί σε κάθε περίπτωση που κάποιοι ταραξίες ανά τον κόσμο με κάποιους τραμπουκισμούς τους, δίνουν την πολυπόθητη αφορμή στις δυνάμεις της διεθνούς τάξεως και του πολιτισμού να επέμβουν.
Οι πρόξενοι των Ευρωπαίων, όπως θα συνέβαινε και στην εξέγερση των Μπόξερς το 1900 στην Κίνα, οργάνωσαν σχέδιο αμύνης. Κατά το σχέδιο αυτό, η κεντρική πλατεία της πόλεως θα μετετρέπετο εις οχυρό. Τα γυναικόπαιδα και οι γέροντες θα εκλείνοντο στα σπίτια, ενώ οπλισμένοι άνδρες, με πυρήνα 3.000 Έλληνες θα εκάλυπταν την εκκένωση μέσω της Οδού Καλογραιών, της μόνης κεντρικής αρτηρίας η οποία δεν θα κλεινόταν με οδοφράγματα. Μια προσωρινή εκτόνωση της καταστάσεως περί τα μέσα Ιουνίου, οδήγησε σε εγκατάλειψη του σχεδίου, αλλά όταν στις 23 του ιδίου μηνός άρχισαν να εμφανίζονται οι πρώτες συμμοριες ροπαλοφόρων φελλάχων, οι οποίοι προκάλεσαν το πρώτο επεισόδιο σε ένα καφενείο, για να ξεχυθούν στη συνέχεια πάνω σε ανθρώπους, σπίτια και καταστήματα, τα γεγονότα γενικεύθηκαν για να οδηγήσουν τελικώς σε ένα απολογισμό μόνον στην Αλεξάνδρεια 300 νεκρών και τραυματιών. Και λέμε μόνον στην Αλεξάνδρεια, διότι επιθέσεις έγιναν και σε άλλες πόλεις όπως στην Τάντα, όπου οι νεκροί έφθασαν τους 80. Εκεί οι απώλειες θα ήσαν μεγαλύτερες, αν ο Αχμέτ Μενσάουη μπέης δεν έσωζε άλλους τριακόσιους, τους οποίους οδήγησε με ασφάλεια στην Ισμαηλία. Στην Αλεξάνδρεια πάλι στις  17.00 της 23ης Ιουνίου, όλοι οι αστυνομικοί είχαν εξαφανισθεί από τους δρόμους. Ο Άγγλος πρόξενος και οι υποπρόξενοι της Ρωσίας και της Ιταλίας είχαν ήδη τραυματισθεί. Ο Έλλην υποπρόξενος Ν. Σκωτίδης και ο κυβερνήτης του Βασιλέως Γεωργίου Γ. Σταματέλλος, έβλεπαν αμήχανοι την μεγάλη καταστροφή των ελληνικών περιουσιών. Ο Σκωτίδης διέταξε τον Σταματέλλο να επιστρέψει στο πλοίο του. Ο ίδιος συνοδευόμενος από τον Αλβανό καβάση[10] του Πατριαρχείου Ομέρ, συνέχισαν μόνοι. Όταν συνηντήθησαν με μια δύναμη αστυνομικών, εστράφησαν προς αυτούς, αλλά εκείνοι τους επετέθησαν. Το αμάξι τους προς στιγμήν βρέθηκε περικυκλωμένο από τα …όργανα της τάξεως, τα οποία τους καλούσαν να κατέβουν. Τότε ο Σκωτίδης, ο Ομέρ και ένας παρευρισκόμενος Έλληνας, ο Δημ. Αρφαρόπουλος ή Αρβανίτης, έβγαλαν τα πιστόλια τους και άνοιξαν πυρ κατά των αστυνομικών και του συγκεντρωμένου όχλου. Η σύγχυση που δημιουργήθηκε στάθηκε αρκετή για να καταφέρουν να ξεφύγουν και να φθάσουν στο λιμάνι. Οι Έλληνες αξιωματικοί του Β. Ναυτικού Γεώργ. Τομπάζης, Βατσαξής (υιός ; του ήρωα Ιω. Βατσαξή 1778-1841) και Λιούζης, δεν εστάθησαν εξ ίσου τυχεροί με τους προηγουμένους. Είχαν παραμείνει στην κεντρική πλατεία της πόλεως και τώρα εκάλυπταν την αναδίπλωση του κόσμου με το άγημά τους. Ολοι τους μέχρι να φθάσουν στα πλοία, ευτυχώς ζωντανοί και χωρίς καμμία απώλεια ζωής των Αιγυπτιωτών Ελλήνων, εδέχθησαν βαρύτατα τραύματα από τους ροπαλοφόρους. Απέφυγαν συστηματικά να ανοίξουν πυρ για την προσωπική τους προστασία, σκεπτόμενοι τον κόσμο που τους ακολουθούσε. Η μαρτυρική τους πορεία θα παραμείνει μια άγνωστη, ηρωική, άκαπνη σελίδα στην ιστορία του Ναυτικού μας, για να διδάσκει ότι η στρατιωτική ευψυχία δεν κρέμεται πάντοτε ούτε από τον αορτήρα του ξίφους, ούτε κρύπτεται εις τις φυσιγγιοθήκες.
Και ενώ τις επόμενες ημέρες φάνηκε ότι η κατάσταση ηρεμούσε, τα πράγματα έφθασαν στην αποκορύφωσή τους, όταν στις 10 Ιουλίου ο ναύαρχος Σέυμουρ απέστειλε τελεσίγραφο στον Αραμπή, ζητώντας τον αφοπλισμό και την παράδοση των οχυρών. Οταν την επομένη ήχησαν τα βρετανικά  πυροβόλα, όπως θα δούμε και ακολούθως, η πόλη πυρπολήθηκε και οι τελευταίοι Ευρωπαίοι ανίσχυροι πιά να αμυνθούν κλείσθηκαν σε όσα ελάχιστα οικήματα είχαν μείνει απυρπόλητα, αμυνόμενοι για την ίδια τους την ζωή, μέχρι την άφιξη των αγημάτων. Ο επίλογος για την ελληνική στρατιωτική παρουσία εγράφη στις 13 Ιουλίου, όταν οι τελευταίοι Έλληνες Αλεξανδρινοί ετέθησαν υπό την προστασία ενός αγήματος υπό τους αξιωματικούς Στάικο καί Σαχτούρη. Πρέπει να σημειωθεί ότι πλήθος προσφύγων μετεφέρθησαν με άψογο τρόπο δια της Ελλάδος στην πατρίδα, απ’ όπου συντόμως θα επανέκαμπταν, για να δημιουργήσουν εκ νέου το μεγαλείο του αιγυπτιακού ελληνισμού.
Στην περίπτωση της Αλεξανδρείας, είτε οι Βρετανοί εξηγόρασαν αστυνομικούς, προκειμένου να επιτρέψουν τα όσα έγιναν, είτε φύλαρχοι της ερήμου ορέχθηκαν τη δόξα του χαλίφη Ομάρ και έπραξαν το ίδιο, ένα είναι το γεγονός, ότι η ευδαίμων Αλεξάνδρεια μετά τα γεγονότα αυτά εθύμιζε πόλη από όπου πέρασε λάβα ηφαιστείου.

Ο λόγος στα πυροβόλα. Η προσβολή.

Οἱ ἡλεκτρικοὶ προβολεῖς.
Οπως αναφέραμε, ο σερ Μπώσαμ Σέυμουρ έχοντας ήδη από τις 9 Ιουλίου γνωστοποιήσει στους Αιγυπτίους τις διαθέσεις του και μετά την απόρριψη του τελεσιγράφου της επομένης, την ίδια νύκτα έδωσε εντολή να γίνει κατόπτευση και σήμανση των στόχων. Με φρίκη οι υπερασπιστές των φρουρίων μέσα στο σκοτάδι είδαν για πρώτη φορά στη ζωή τους, από τις σκοτεινές σιλουέτες των πολεμικών να εκτοξεύονται φωτεινές δέσμες οι οποίες έπεφταν επάνω στα οχυρά τους. Ηταν οι ηλεκτρικοί προβολείς. Μετά και από την ρύθμιση αυτή, καθορίσθηκαν οι τομείς δράσεως. 

Ὁ σερ Μπώσαμ Σέυμουρ
Τα Sultan, Superb και Alexandra θα προσέβαλαν τις οχυρώσεις του Ρας-ελ-Τιν, του Άντα και του Φάρου. Τα Invincible, Monarch και Penelope θα έπρεπε να επιχειρούν εντός των υφάλων, βάλλοντα κατά του παλαιού λιμένος. Τα Inflexible και Audacious θα ήσαν πλοία υποστηρίξεως, τοποθετούμενα ανάμεσα στην διφαλαγγία. Οι κανονιοφόροι θα έπρεπε να σταθούν εκτός βολής τηλεβόλου, σε ετοιμότητα όπου ήθελον διαταχθή.
Το πρωί της Τρίτης 11 Ιουλίου, τα πάντα ήσαν έτοιμα. Η εξωτερική φάλαγξ στα 1500 μ. από την ξηρά και υπ’ ατμόν. Η εσωτερική, επ’ αγκύρα πλην του Monarch απέναντι του φρουρίου Μεξ. Το Inflexible στην Δίοδο των Κορβετών 3500 μ. από το Μεξ και το Audacious στο Μπογκάζ από τα 3000 μ.
Το Alexandra άνοιξε πυρ πρώτο στις 07.04 και κατ’ άλλους στις 06.50. Αμέσως μετά σημειώθηκε ένα ατυχές συμβάν. Το Audacious εκάθισε στα αβαθή και η κανονιοφόρος Condor έσπευσε για βοήθεια. Στις 07.10 από τη ναυαρχίδα Invincible υψώνετο το σήμα «Γενική Επίθεσις». Τα οχυρά απήντησαν. Οι βολές τους φάνηκαν εξ αρχής ασθενείς, φθάνοντας περίπου στο 1/3 της αποστάσεως.  Με μεγάλο κόπο όμως και οι Βρετανοί ερύθμιζαν τις δικές τους, εξ αιτίας του καπνού και του εκτυφλωτικού ηλίου.

Τὸ «Κόνδωρ» μάχεται εἰς τὰ ἀβαθῆ.
Το Invincible υπερέβαλε πάντας με την ευστοχία του. Ο αξ/κός βολής του, σκαρφαλωμένος στο υψηλότερο θωράκιο που μόλις διεκρίνετο μεσ’ απ’ τους καπνούς, έδινε τις οδηγίες του. Τα Alexandra, Sultan και Superb διαδρομούσαν αργά από ΝΔ προς ΒΔ και τανάπαλιν πυροβολώντας. Το Inflexible εισερχόμενο στον διάδρομο, με τον ένα πύργο του έβαλε προς το Ρας-ελ-Τιν και με τον άλλο κατά του Μεξ. Το Penelope ανέτρεψε τα οχυρά του Μαρς-ελ-Κανάτ και το Monarch εκείνα που εξετείνοντο από το Μεξ μέχρι τον παλαιό λιμένα. Υστερα και τα τρία πλοία της εσωτερικής μοίρας, ομοβρόντησαν κατά του Μεξ, πλησιάζοντας βαθμηδόν προς την ακτή. Τώρα πια βάλλουν με τα ταχυβόλα Γκάτλιγγ και Νόρντενφελτ. Στις 08.00 το Audacious απεκάθισε με την βοήθεια του Condor και όρμησε ακάθεκτο κατά του Μεξ. Τα πυροβόλα του φρουρίου σιγούν και επί τέλους η πυριτιδαποθήκη ανετινάχθη. Ομως το φρούριο Μαραμπούτ, έχοντας μείνει απείραχτο, έστρεψε τα πυρά του κατά της εσωτερικής μοίρας, επιφέροντας εύστοχα πυρά. Ο λόρδος Μπέρεσφορντ κυβερνήτης του Condor, έχοντας ολοκληρώσει την καθέλκυση του Audacious επετέθη παρατόλμως κατά του Μαραμπούτ, μονομαχώντας επί μίαν ώρα μόνος του. Στις 10.30, ο Σέυμουρ εκάλεσε τις κανονιοφόρους Bittern και Beacon να συνδράμουν το Condor. Οι άλλες δύο, Decoy και Cygnet έσπευσαν και αυτές, με αποτέλεσμα το φρούριο να καταβληθεί. Ύστερα έπλευσαν στο πλευρό του ναυάρχου κατά του Μεξ, ενώ ταυτοχρόνως εδαμάζετο και το Ρας-ελ-Τιν. Τώρα η μοίρα βρισκόταν 700 μ. από το φρούριο Άντα, συντρίβοντάς το, όπως επίσης και το φρούριο του Φάρου. Ομως στα βάθη του Ρας-ελ-Τιν υπήρχεν ακόμη ένα πυροβόλο επί κιλλίβαντος Μονκριέφ, το οποίο εξακολουθούσε να βάλλει αποτελεσματικά. Προς το μεσημέρι ενώθηκαν με την εξωτερική μοίρα τα Audacious και Inflexible. Μια εύστοχη οβίδα του τελευταίου ανετίναξε την κεντρική αποθήκη του φρουρίου Άντα.
Κατεστραμένον τοπομαχικὸν πυροβόλον

Ήταν  15.00 όταν οι Αιγύπτιοι άρχισαν να αποσύρονται από τις οχυρώσεις. Από το Invincible 12 ναύτες (ταγματάρχης Τάλλοκ των Βασιλ. Πεζοναυτών) απεβιβάσθησαν, διείσδυσαν στο φρούριο Μεξ, ανετίναξαν με βαμβακοπυρίτιδα τα δύο ισχυρότερα πυροβόλα του, ενώ τα υπόλοιπα εμπροσθογεμή τα εκάρφωσαν[11]. Στις 17.30 ο Σέυμουρ διέταξε κατάπαυση του πυρός. Το πρωί της επομένης όμως, μια γενναία ομοχειρία Αιγυπτίων, έχοντας επισκευάσει το Μονκριέφ του Ρας-ελ-Τιν άρχισε να βάλλει. Οι Βρετανοί το έπληξαν με έξι βολές. Στο ανάκτορο υψώθηκε λευκή σημαία. Ο Σέυμουρ έστειλε επιτροπή παραλαβής του φρουρίου, αλλά ο φρούραρχος δεν δέχθηκε τους όρους. Μία ακόμη βολή ήρκεσε για να τον πείσει να υψώσει πάλι την λευκή σημαία.
Ὑπερασπιζόμενοι τὸ φρούριον.

Οκτώ ώρες μάχης εστοίχισαν 5 νεκρούς καί 28 τραυματίες για τους εισβολείς. Από αυτούς ο υποπλ. Τζάκσον του Inflexible θα πεθάνει αργότερα πάνω στο νοσοκομειακό Carthage. Χωρίς ποτέ να συγκεντρωθούν επαρκή στοιχεία, υπολογίσθηκαν σε 2000 οι νεκροί και τραυματισμένοι Αιγύπτιοι. Τόσον τα πλοία, όσον και τα φρούρια έβαλαν κατά μέσον όρο έξι βολές ανά πυροβόλο και ανά ώρα. Κανένας θώρακας πλοίου δεν διετρήθη, παρ’ όλο που πάρα πολλές βολές των 30 από το Μεξ βρήκαν στόχο. Το Invincible εδέχθη τα βαθύτερα πλήγματα, μέχρι και 8εκ. Το Superb και το Sultan εδέχθησαν πλήγματα στην καπνοδόχο τους,  ενώ το πρώτο και στο πυροβολείο του. Επί του Penelope, μια οβίδα πέρασε μέσα από την κανονιοθυρίδα, ανετίναξε ένα πυροβόλο και εφόνευσε όλη την ομοχειρία. Αλλο βλήμα τρύπησε το κατάστρωμα του Alexandra,  και ανετίναξε το καρέ των αξ/κών, ενώ από άκαιρη έκρηξη ενός βλήματος εντός του κοίλου ανετινάχθη ένα πυροβόλο. To πλοίο αυτό εδέχθη συνολικώς 14 πλήγματα.
Οσον αφορά στα οχυρωματικά έργα των Αιγυπτίων, κανένα έργο λιθοδομής δεν άντεξε, τα πάντα διερράγησαν, όμως τα χωμάτινα άντεξαν σώζωντας  χιλιάδες ζωές, ένα δίδαγμα που οι Αιγύπτιοι δεν θα ξεχάσουν μέχρι και τον πόλεμο του Γιόμ-Κιππούρ.
Στις 13 Ιουλίου, τα δύο μικροτέρου βυθίσματος θωρηκτά Monarch και Penelope εισέπλεαν το Σουέζ, με δικούς τους πιλότους. Οι Κάσιοι και λοιποί Έλληνες πιλότοι παρέμειναν θεατές, κάτι που οι Αιγύπτιοι δεν θα λησμονούσαν για πολλά χρόνια… Ο επικεφαλής των αποβατικών δυνάμεων στρατηγός σερ Γκάρνετ Γουόλσλυ με παράλληλο ψευδή αντιπερισπασμό στο Αμπουκίρ απεβιβάζετο στο Πόρτ-Σάιντ με 20000 άνδρες. 
Ἀναπλέοντες τὸν Νεῖλον μαχόμενοι.
 Είναι αυτοί που θα δώσουν τις αποφασιστικές για την βρετανική κυριαρχία μάχες στο Κασσασίν και στο Τελ-ελ-Κεμπίρ, τη μάχη που θα σημάνει και το τέλος της ανταρσίας του Αραμπή, την παράδοσή του και την εξορία του στην Κεϋλάνη. Η διώρυγα εξασφαλίσθηκε από τη δύναμη πυρός δύο κανονιοφόρων, μιας κορβέτας και των τορπιλοβόλων, όλων ενισχυμένων με ισχυρή πρόσθετη θωράκιση.
Μετά την επιχείρηση αυτή η Μ. Βρετανία κρατούσε πια τα κλειδιά των ΝΑ πυλών της Μεσογείου. Η κυριαρχία της ήταν πλήρης επάνω στην κύρια οδό των Ινδιών. Κυριαρχούσε ακόμη και της άλλης οδού, αυτής του Ακρωτηρίου, μέσω των Νήσων της Αναλήψεως και της Αγ. Ελένης, αλλά και της τρίτης οδού του μέλλοντος, από τον κόλπο της Αλεξανδρέτας, της Μεσοποταμίας και του Περσικού Κόλπου, με ισχυρή βάση την Κύπρο.
Η κατοχή τους στην Αίγυπτο σταθεροποιήθηκε. Τα στρατοδικεία τους έστελναν στο απόσπασμα δεκάδες επαναστάτες. 107 εκατ. φράγκα κρίθηκε ότι έπρεπε να πληρώσει η χώρα σε αποζημειώσεις. Εδώ πρέπει να σημειωθεί, ότι ο άνθρωπος τον οποίο η πατρίδα μας ετίμησε με ανδριάντα, ο μεγάλος πολιτικός και ομηριστής, μα πάνω απ’ όλα φιλλέλην, ο Γλάδστων, συνέβαλε σημαντικά, πέραν των άλλων του υπηρεσιών προς το έθνος μας και στο να έχουν οι Αιγυπτιώτες Έλληνες ένα γερό μερίδιο στις αποζημειώσεις αυτές. 
Ὁ λόρδος Κρόμερ (ἐλέῳ κανονιοφόρων «διοικητὴς»τῆς Αἰγύπτου).

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:


[1]Αθήναι, Περσική και Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, με εκστρατείες προσπάθησαν να ελέγξουν τον πλούσιο σιτοβολώνα του Νείλου. Η από τα χρόνια εκείνα αντιμετώπιση της Αιγύπτου ως σιταποθήκης, χωρίς καμία διάθεση κατανοήσεως των ιδιαιτεροτήτων του λαού της, οδήγησε αρχικά το Ρωμαϊκό κράτος στην  θρησκευτική και πολιτική αποξένωση δια του μονοφυσιτισμού και προετοίμασε την οδό της αραβοποιήσεως της χώρας.
[2] Ο αγγλογαλλικός ανταγωνισμός στην ευρύτερη περιοχή, κορυφώθηκε και έφθασε σε επίπεδα θερμής αναμετρήσεως με το επεισόδιο της Φασόντα (10-7-1898). Όμως, τα εσωτερικά προβλήματα της Γαλλίας (Υπόθεση Ντρέυφους), οι διεθνείς συγκυρίες και η στρατιωτική ισχύς της Γερμανίας, ως κοινόν δέος, απεμάκρυναν την σύγκρουση, με υποχώρηση της Γαλλίας, αφήνοντας το πεδίο ελεύθερο στην Βρετανία, προετοιμάζοντας την Τριπλή Συμμαχία. 
[3] Χεδίβης. Κληρονομικός τίτλος αποδοθείς το 1867 από τον σουλτάνο προς τον αντιβασιλέα της Αιγύπτου Ισμαήλ Πασά. Κατηργήθη το 1914, όταν και τυπικώς η Αίγυπτος απετέλεσε βασίλειο και βρετανικό προτεκτοράτο.
[4] Το 1831, όταν ο Μεχμέτ ανεκάλεσε την συμμαχία του με τον σουλτάνο, ο γνώριμος στους Έλληνες υιός του Ιμπραήμ, εισέβαλε στην Συρία όπου εκμηδένισε σε αλλεπάλληλες μάχες τον τουρκικό στρατό, γενόμενος κυβερνήτης της Συρίας. Το αρχαίο όνειρο των Πτολεμαίων φάνηκε να ζωντανεύη. Η οκταετής κυριαρχία της Αιγύπτου εκεί προετοίμασε την εισβολή στα μικρασιατικά εδάφη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, με στόχο την ίδια την Κωνσταντινούπολη. Όμως Βρετανία, Αυστρία, Ρωσσία και Πρωσσία, με στρατιωτική επέμβαση το 1841 (μάχη Άκρας), έδωσαν τέλος στην ασιατική περιπέτεια της Αιγύπτου.
[5]Ιεροδιδασκαλεία. Τελούντα συνήθως υπό την καθοδήγηση κάποιου δερβισσικού τάγματος, λειτουργούσαν πολυτρόπως. Ο ρόλος τους στην κοινωνική ζωή των μουσουλμανικών χωρών, εξετείνετο από την ερμηνεία του νόμου, μέχρι την ικανοποίηση της ανάγκης του συνέρχεσθαι –για τους άνδρες πάντοτε–.
[6] Οι P&O Lines (Peninsular & Oriental Steam Navigation Co), προσέφεραν μεγάλες υπηρεσίες στην Αυτοκρατορία. Με τα πλοία τους, μετέφεραν χιλιάδες βρετανικών και αποικιακών στρατευμάτων στα διάφορα μέτωπα της Αυτοκρατορίας.
[7] Όποιος αντιληφθεί την περιπλοκότητα και την δυσκολία προσβάσεως στο φαινομενικά αναπεπταμένο αυτό λιμενικό συγκρότημα, θα συνειδητοποιήσει ότι αν επετύγχανε ο επίπλους του Κανάρη κατά την Επανάσταση, θα είχαμε ίσως ένα από τα μεγαλύτερα παγκοσμίως καταδρομικά επιτεύγματα. Αλλά και έτσι ακόμη, ο είσπλους και ο έκπλους του μεγάλου Ψαριανού, παραμένει μείζον κατόρθωμα…
[8] Σχετικώς, άρθρο μας στο περιοδ. Στρατ. Ιστορία τ. 41 «Λίσσα 1866».
[9] Την ίδια τύχη είχαν και οι εμβολοφόροι κριοί Peki-Shereef και Boordhi-Zaffer που μετονομάσθησαν σε Belleisle και Orion αντιστοίχως.
[10] Καβάσης: ο κλητήρας.
[11] Κάρφωσις πυροβόλου. Συνήθης και ταχεία μέθοδος αχρηστεύσεως των εμπροσθογεμών πυροβόλων. Οι καρφωταί, σφυροκοπούσαν ένα χαλύβδινο καρφί στην οπή της θρυαλίδος του πυροβόλου, το οποίο μετά με μια επιδέξια κίνηση έθραυαν σύρριζα, ώστε η τοποθέτηση θρυαλίδος να είναι αδύνατη.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΟΝ ΥΠΟΜΝΗΜΑ..
Σχετικά προς  τα χαρακτηριζόμενα ως «υβριδικά» πολεμικά πλοία του δευτέρου ημίσεως του ιθ΄ αιώνος είναι και τα άρθρα μας στο Περιοδ. «Στρατιωτική Ιστορία»:
-Η αναμέτρηση της τορπίλλης και του θώρακος. Τορπιλλικές επιθέσεις κατά τον Ρωσοτουρκικό Πόλεμο 1877-1878. (τ.36/Απρ.1999).
-Λίσσα 1866. Το έμβολο και πάλι στη θάλασσα. (τ.41/Ιαν.2000).
-CSS «HUNLEY». (τ.54/Φεβρ. 2001).
-Οι ναυτικές επιχειρήσεις του Πολέμου του Ειρηνικού. 1881-1883. (τ.64/Δεκ. 2001).

"THE VICTORIAN SOLDIER - STUDIES IN THE HISTORY OF THE BRITISH ARMY,
1816 - 1914". Edited by Marion Harding

"THE POMP OF YESTERDAY - THE DEFENCE OF INDIA AND THE SUEZ CANAL, 1798 -1918"
By William Jackson

"THE BRITISH ARMY ON CAMPAIGN (3) 1856 - 1881"
By Michael Barthorp and Pierre Turner
Osprey's "Men at Arms" Series no. 198

"GO TO YOUR GOD LIKE A SOLDIER - THE BRITISH SOLDIER FIGHTING FOR
EMPIRE, 1837-1902". By Ian Knight,

"THE COLONIAL WARS SOURCE BOOK". By Philip J Haythornwaite

Graham-Yooll, Andrew IMPERIAL SKIRMISHES: War & Gunboat Diplomacy

2072 Sondhaus, Lawrence NAVAL WARFARE, 1815-1914

Ἡ ἐν Αἰγύπτῳ Κρίσις ἐν ἔτει 1881 καὶ 1882. 
Νικόλαος Σκωτίδης. Τυπογρ. ΠΑΡΝΑΣΣΟΥ 1883. σελ. 191.

Ἡ Ἐπανάστασις τῆς Αἰγύπτου ἐν ἔτεσι 1881-1882 ἤτοι. 
Λεπτομερὴς ἐξιστόρησις κλπ. Ἀλφρέδος Ν. Μπότσης. Ἀθῆναι, Φέξης 1893.

Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ 1843-1993.  
ΣΟΥΛΟΓΙΑΝΝΗΣ ΕΥΘΥΜΙΟΣ /ΕΛΙΑ 1994

Η ΘΕΣΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΤΗΝ ΑΙΓΥΠΤΟ. 
 ΣΟΥΛΟΓΙΑΝΝΗΣ ΕΥΘΥΜΙΟΣ / ΔΗΜΟΣ ΑΘΗΝΑΙΩΝ.

Δεν υπάρχουν σχόλια: