Τρίτη, 14 Ιουνίου 2011

Μνήμη Frans van Hasselt

...this morning I stood in the empty kitchen
and cleared up things before I went away...

Ὁ καλὸς μου φίλος Frans van Hasselt, ἔφυγε ἀπὸ τὸν αὐτὸν τὸν δύσκολον, ἀλλὰ καθόλου μάταιον, ὅπως λέγουν πολλοί, κόσμον, στὶς 25 Φεβρουαρίου. Πέθανε ἥσυχα στὸν ὕπνο του, στὸ σπιτάκι του ἐδὼ στὰς Ἀθήνας, προτοῦ συμπληρώσῃ τὰ 83 του.
Ὁ Φράνς ἦλθε γιὰ πρώτη φορὰ στὴν χώρα μας, ὡς νεαρὸς δημοσιογράφος τῆς Handelsblad τὸ 1951. Όμως τὴ μεγάλην ἀπόφαση νὰ ἐγκατασταθῇ μονίμως στὰς Ἀθήνας τὴν πραγματοποίησε ὀκτὼ χρόνια μετά.
Θυμόταν μὲ συγκίνηση ἐκείνη τὴν χρονιά, ὅπου ἡ χώρα μας εἶχε μπεῖ πιὰ γιὰ τὰ καλὰ στὸν χορὸ τῆς ἀναπτύξεως.
Θυμόταν τὴν πρώτην του ἐπίσημον ἐμφάνισ στὴν τελετὴ παραδόσεως, ἐκ μέρους τῆς βαυαρικῆς κυβερνήσεως, τῶν κοσμημάτων τοῦ Θρόνου τοῦ Ὄθωνος, πρὸς τὸν βασιλέα Παῦλο, στὶς 20 Δεκεμβρίου 1959.
Ἦταν ἡ χρονιὰ καὶ ἡ μέρα ποὺ εἶχα γεννηθεῖ. Συχνὰ μοὔλεγε. «Δεν ξεχνῶ τὴν τελετὴν αὐτή. Νόμιζες ὅτι δύο κόσμοι συνηντῶντο ἐκεῖ. Ὁ παλαιὸς κόσμος τοῦ 19ου  αἰῶνος, τοῦ ῥομαντικοῦ [τυφλοῦ], ἄνευ ὅρων φιλελληνισμοῦ καὶ ὁ νέος -ὑπὸ ὅρους- φιλελληνισμός, τοῦ do ut das...».
Φρὰνς συντόμως συνεδέθη προσωπικῶς μὲ τὴν ἀφρόκρεμα τοῦ λαϊκοῦ πολιτισμοῦ τῶν Ἀθηνῶν.
Παρότι μεγάλης κλασσικῆς καὶ μουσικῆς κλασσικῆς παιδείας, τὸ ἐνδιαφέρον του ἐτράβηξαν –κυρίως- οἱ λαϊκότροποι ἔντεχνοι πειραματισμοὶ τοῦ Μ. Θεοδωράκη, τοῦ Μ. Χατζηδάκη, τοῦ τότε πρωτοεμφανιζομένου Δ. Σαββοπούλου. Μὲ τοὺς δύο πρώτους μάλιστα, γνωρίζω ὅτι ἔγινε καὶ καλὸς φίλος.
Τὸ βιβλίον του γιὰ τὸ ῥεμπέτικο τραγούδι, στὴν Ὁλλανδία εἶναι κλασσικό.
Τότε, μέχρι τὸ 1968, ζοῦσε στὴν πολυαγαπημένην του Πλάκα.  Ἔπινε τὴν ῥετσίναν του στοῦ «Τσεκούρα» καὶ στοῦ «Ψαρρᾶ».
Ὅμως τ᾿ ἀγαπημένο του στέκι ἦταν ὁ «Ζόναρς». Ἐκεῖ συναντοῦσε τοὺς φίλους του καὶ μάλιστα μέσα στὴν φασαρία, ἐργαζόταν.
Δεν ἦταν ἕνας ἁπλὸς ῥεπόρτερ. Ἔγραφε βιβλία γιὰ τὴν Ἑλλάδα, γιὰ τὸ ῥεμπέτικο τραγούδι καὶ γιὰ τὴν πολιτικὴ κατάστασι.
Τὸ τελευταῖο κυρίως καὶ οἱ ἀνταποκρίσεις του στὸ πνεῦμα τῆς κριτικῆς κατὰ τοῦ στρατιωτικοῦ καθεστῶτος τῆς 21ης Ἀπριλίου, ἐπέφεραν τὴν ἀπέλασίν του.
Μετεκινήθη εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν, ὅπου στὴν ὁδὸν Τοπρακλῆ στὸ Μπέυογλου, ἔστησε τὸ ἐργένικο νοικοκυριό του, μὲ ἀρκετὴν Ἑλλάδα. Φωτογραφίες στοὺς τοίχους καὶ πίνακες τοῦ Τσαρούχη καὶ τοῦ Βασιλείου, ἡ μουσικὴ τοῦ Θεοδωράκη, ὅπως μοὔλεγε, ξεχυνόταν στὸ Toprakli sokak καὶ ἡ ἀναμονὴ τῆς ἀποκαταστάσεως τῶν θεσμῶν στὴν Ἑλλάδα.
Αὐτὸπτης μάρτυς στὴν εἰσβολὴ τοῦ Ἀττίλα τὸ ᾿74. Μέσα στὸ «Λήδρα Παλάς», καταγράφει, καταγγέλει τὰ φρικτά γεγονότα. Ταὐτοχρόνως, βλέπει τὸν δρόμο γιὰ τὰς ἀγαπημένας του Ἀθήνας ν᾿ ἀνοίγῃ.
Ἡ «Μεταπολίτευσις», τὸν φέρνει πάλι στὴν Ἑλλάδα. Κρατεῖ παρλλήλως τὸ σπίτι στὴν Πόλη καὶ καλύπτει πλέον μὲ τὶς ἀνταποκρίσεις του καὶ τὶς δύο χῶρες.
Ἐπανεγκατεστάθη πάλι στὴν Πλάκα, ἀλλὰ ἡ μεταπολιτευτικὴ Πλάκα δεν εἶναι ἐκείνη τοῦ παρελθόντος. Μία τεράστια χοάνη πλαστικοποιημένης διασκεδάσεως, παρερχομένων τουριστῶν καὶ ἰθαγενῶν ἐθνοχωρικῶν.
Ἄνθεξε τὴν κατάστασιν αὐτὴ μέχρι τὸ 1976. Τότε ψάχνοντας, ἀνεκάλυψε τὴν παλιὰ ἥσυχη γειτονιὰ τοῦ Μέτς, ὅπου ἔγινε νοικάρης μας, σ᾿ ἕνα μικρὸ διαμερισματάκι τοῦ πατρικοῦ μου σπιτιοῦ.
Τότε γνωριστήκαμε. Ἀρχικῶς ἐξεπλάγη ὅταν τοῦ μιλοῦσα γιὰ τὶς μεγάλες ναυμαχίες τοῦ ὁλλανδικοῦ ναυτικοῦ τὸν 17ον αἰῶνα. Τ᾿ ἀνδραγαθήματα τῶν ναυάρχων Ῥώυτερ , Τρόομπ, Κορτενάερ.
Ὅταν ἐρχότανε ἀπ᾿ τὴν Πόλη, ἔφερνε ὡραῖο τουρκικὸ παστουρμᾶ, τὸν ὁποῖον καταναλώναμε μαζὶ μὲ τὸν Φρὰνς καὶ τὸν παπποῦ μου στὴν ταράτσα μας, κατεβάζοντας ἄφθονον οὖζο ἀγορασμένο χύμα τότε ἀπ᾿ τοῦ «Φινόπουλου», Ἀθηνᾶς καὶ Εὐριπίδου.
Πολιτικῶς ἔμοιαζε λίγο τοῦ φίλου του τοῦ Χατζηδάκι. Οἱ περισσότεροι φίλοι του ἦσαν ἀριστεροί, ἀλλὰ ὁ ἴδιος, χωρὶς αὐτὸ νὰ φαίνεται στὶς ἀνταποκρίσεις του, ἦταν αὐτὸ -ποὺ τότε ὑφίστατο- καὶ τὸ λέγαμε (μὲ ἀπαξία) Κεντροδεξιά! Τοὐλάχιστον ἔτσι μοῦ φαινόταν ἐμένα. Ἂν τὸν ἀδικῶ μὲ τοῦτο τὸν χαρακτηρισμό, ἂς μὲ συγχωρέσῃ ἐκεῖ ποὺ βρίσκεται τώρα.
Τὴν φοβερὴν ἐκείνη νύκτα τοῦ σεισμοῦ τῶν Ἀλκυονίδων τοῦ 1981, πίναμε τὸ κρασάκι μας στοῦ «Ψαρρᾶ» στὴν Πλάκα. Ὁ Φράνς, ὁ συχωρεμένος ὁ πατέρας μου καὶ ᾿γώ.
Ὅταν ἀρχίσαν νὰ πέφτουν τὰ ταβάνια κι᾿ οἱ σουβᾶδες τῆς παλιᾶς πλακιώτικης ἐτοιμόρροπης ταβέρνας, πετάχθηκα ἔξω σὰν τρελλὸς, σπρωχνόμενος μ᾿ ἄλλους κρασοπατέρες. Ὅταν καταλάγιασε ὁ σεισμός καὶ ἡ μπούρμπερη, ξαναμπήκαμε. Βρήκαμε τὸν Φρὰνς καὶ τὸν πατέρα μου, στὸ ἴδιο τραπέζι, νὰ ἔχουν «τσακίσει» δύο ἀκόμη πεντακοσάρια ἀπ᾿  τὸ ἐξαίρετο σῶσμα τοῦ «Ψαρρᾶ» καὶ νὰ βρίσκωνται σὲ κατάστασι πλήρους εὐθυμίας.
Τὸ ὅλο σκηνικὸν ἦταν φαιδρὸ κι᾿ ἀξιοθρήνητο συνᾶμα.
Ἦταν σὰν νὰ ἔπαιζαν δύο παλιὰ ῥαδιόφωνα σὲ διαφορετικοὺς σταθμούς. Ὁ πατέρας μου, γιὰ πρώτη φορὰ τὸν ἄκουγα, ἀφηγεῖτο πῶς 18χρονος ἔφεδρος ἀνθυπολοχαγός, στὸν Ἐμφύλιο, κατέλαβε τὸ πρῶτο ὕψωμα τοῦ Γράμμου ἐκείνο τὸ φρικτὸ  κι᾿ αἱματοβαμμένο ξημέρωμα τῆς 24ης πρὸς 25ην Αὐγούστου τοῦ ᾿49. Ὁ Φράνς, τσεβδίζοντας, ἀφηγεῖτο τὴν ἀνατίναξιν ἀπ᾿ τὰ στούκας στὸ λιμάνι τοῦ Ῥόττερνταμ ἑνὸς μεγάλου πλοίου.
Ὁ σεισμὸς ἦταν ἀνύπαρκτος!
Οἰκογενειακὲς ἀλλαγὲς γύρω στὸ 1982 καὶ ἡ ἀνάγκη νὰ κατοικήσω ἐγὼ στὸ σπιτάκι του, ξεσπίτωσαν τὸν Φράνς καὶ τὸν ἔφεραν κάπου στοῦ Φιλοπάππου.
Ἀραιά καὶ πού, συναντιώμαστε  πιά στὰ γνώριμα λημέρια.
Ἡ παρουσία του πάντοτε ἦταν ἀναγγελία δυσαρέστων γεγονότων γιὰ τὰ παλιά, ἀγαπημένα μας στέκια.
Ὁ Φρὰνς (δεξιά) τὰ τσούζει μὲ κάποιον φίλον του.

-Τἄμαθες φιλαράκο, μούλεγε.
-Πάει τὸ «Ἀθηναϊκὸν» στὴν Σανταρόζα. Ὁ «θεῖος» (τὸ ἀπίθανο γκαρσόνι) πῆρε σύνταξη, πρόλαβε!
-Πάει ὁ  Ψαρρᾶς! Λουκέτο.
-Πάει ὁ Τσεκούρας, τὸν πῆρε τὸ Πανεπιστήμιο νὰ φτειάξῃ κουκουβαγεῖο. (Ἀκόμη παραμένει ἄθλιον «ἀρχαῖον» οἰκόπεδο)!
-Ὁ Ἀπότσος τὰ κακαρώνει ὅπου νἆναι.
Ὁ Φράνς ἦταν ἡ πιὸ ἀπίθανη προσωπικότης ἐραστοῦ τῶν καπηλείων, τῶν οὐζερί, τῶν μπουάτ, τῶν καφφενέδων τῶν Ἀθηνῶν.
Κάθε τέτοια ἀπώλεια θύμιζε τοὺς γέροντες ἐκείνους ποὺ μετροῦν μία-μία τὶς ἀπώλειες τῆς φουρνιᾶς των.
Τοῦ εἶχε ἀπομείνει  ὁ Ζόνναρς. Ὥσπου μιὰ μέρα τὸν βρῆκα μπροστὰ στὸ Πανεπιστήμιο νὰ φωτογραφίζῃ τὸν (γιὰ μιὰν ἀκόμη φορά) βανδαλισμένον ἀνδριάντα τοῦ Πατριάρχη.
-Τὶ κάνεις Φράνς;
-Σκατά, δεν τἄμαθες; Κλείνουν τὸν Ζόναρς. Τώρα στὰ γηρατειὰ μου θὰ καταντήσω στὸ ...Κολωνάκι!
Ὁ Φρὰνς ἔδοσε σκληρὸν ἀγῶνα νὰ σώσῃ τὸν Ζόναρς. Δημοσιεύματα, ὑπογραφές, ἀνταποκρίσεις. Εἰς μάτην! Τοὔλαχε τοῦ καημένου νὰ τὸ ζήσῃ κι᾿ αὐτό.
Ἔμαθα γιὰ τὸν θάνατό του δύο μῆνες μετά.
Οἱ πατριῶτες του οἱ Ὁλλαντέζοι τὸν ἐτίμησαν. Μὲ τὸν καλύτερο τρόπο.
Ἔδοσαν τ᾿ ὄνομά του σ᾿ ἕνα καμαράκι στὸ δῶμα τοῦ ἰνστιτούτου τους.
Ἐκεῖ φιλοξενοῦνται Ὁλλανδοὶ διανοούμενοι, συγγραφεῖς, ποιηταί, ἑρευνηταί, ποὺ θέλουν νὰ γνωρίσουν τὴν Ἑλλάδα. 
Ὁ ξενὼν «van Hasselt»
Τὴν Ἑλλάδα ὄχι τοῦ πλαστικοῦ μουσακᾶ καὶ τῶν φουστανελλοφόρων ὀρχουμένων, ἀλβανῶν κορυβάντων. Ὄχι τῆς μνημονείου κακομοιριᾶς, οὔτε τῶν πλαστικῶν σημαιῶν.
Τὴν Ἑλλάδα τοῦ κυρ Φράνς, ἑνὸς ἀπ᾿ τοὺς τελευταίους φιλέλληνες...

ΤΑ ΕΝΘΥΜΙΑ ΤΟΥ ΦΡΑΝΣ:
Μία παλιὰ γερμανικὴ φωτογραφικὴ μηχανή μάρκας «Balda».
Δύο δίσκοι LP μὲ τὸν ὑπέροχο Τοῦρκο καλλιτέχνη Ruhi Su.
Ἕνας δίσκος LP μὲ τὰ τραγούδια τοῦ Μάλερ «Τοῦ Παιδιοῦ τὸ Μαγικὸ Κόρνο», μὲ τοὺς Ντισκάου καὶ Σβάρτσκοπφ.
Μία ὑπέροχη ὁλλανδέζικη πίπα.

A REBÉTIKO FOR FRANS VAN HASSELT
this morning I stood in the empty kitchen
and cleared up things before I went away

there was half a bottle of olive oil left and 1 lemon
that is too much lemon

yorgos the cat jumped on the sill
and looked at me with amber-coloured eyes
an odourous fish head is the sweetest
the colours of the sky are the colours of the sea
and the rain vaporises before meeting the street

I didn’t finish the retsina bottle
I didn’t clean the knife from Crete

the bouzouki player sang: where does love go to when it disappears
and I hummed along with the soft melody

perhaps tonight Kim has gone dancing with that young man from the bar
perhaps at full moon although Greeks don’t care about that

there was half a bottle of virgin olive oil left and 1 lemon
that is too much lemon

where does love go to when she disappears
the gate does close the gateway not the look


Poet's Note: * Rebétiko: Greek folk song
** Frans van Hasselt is a Dutch journalist, born 1927, living in Athens. He is an authority on the rebétiko.

http://kees-klok.blogspot.com/2011/02/in-memoriam-frans-van-hasselt.html

Δεν υπάρχουν σχόλια: