Τετάρτη, 23 Δεκεμβρίου 2015

Ἡ «Μαγεία τῶν Χριστουγέννων».

Χρόνια τώρα ἔχομεν ἐξοικειωθεῖ πρὸς τὸ σημαινόμενον μιᾶς μικρᾶς φάτνης μὲ χριστούληδες, σήφηδες, μαντόνες καὶ τζοπαναραίους, εὐσχήμως ἀκουμπισμένης εἰς τὴν ἄριζον «ῥίζαν» τοῦ «Χριστουγεννιάτικου» Δένδρου.
Ἀπὸ τὴν ἄριζον ταύτην ῥίζαν καὶ ὕπερθεν αὐτῆς, ἁπλοῦται ἕνας «μαγικὸς» κόσμος. Τὸ «Χριστουγεννιάτικο Δένδρο». Μέγα, ἀπαστράπτον. Λαμπιόνια, ἀσπαίροντες καὶ μαρμαίροντες πεντάκτινοι, ἑξάκτινοι καὶ πολυάκτινοι ἀστέρες, ἐρυθρόλευκα ξωτικά, ἱπτάμενα ἐλαφάκια καὶ πάσης συλλήψεως «μαγικαὶ» μορφαὶ καὶ σχήματα.
Ἡ σκηνοθεσία ὄντως ξεγελᾶ τὸν ἀθῶον. Τὸ παιδί δηλαδή, ἀλλὰ καὶ τοὺς –συνήθως- ἐνδυομένους στολὴν ἀθωότητος κατὰ τὰς «ἁγίας» αὐτὰς ἡμέρας ἐνηλίκους, δομοῦσα ἐν τῇ συνειδήσει του τὴν πίστιν ὅτι ἐκ τῆς φάτνης ταύτης φύεται τὸ «Μαγικὸν Δένδρον». Τοὐτέστιν, ἡ Φάτνη εἶναι ἡ μήτρα τῆς Μαγείας.
Ἔτσι ξεκινᾶ τὸ θαυμαστὸν ὁδοιπορικὸν τῆς περιφήμου «Μαγείας τῶν Χριστουγέννων», μὲ τὸ καίριον ἐρώτημα πάντοτε ἀνέκφραστον:
-Ἂν ὑπάρχει Μαγεία τῶν Χριστουγέννων, δεδομένου δέ ὅτι μαγεία ἄνευ μάγου ἢ μαγίσσης δὲν ὑφίσταται, τότε ποῖος εἶναι ὁ «Μάγος ἢ ἡ Μάγισσα τῶν Χριστουγέννων»; Ἒ;
Ἂν πᾶμε τὰ πράγματα κάποιας δεκάδας αἰώνων πίσω, τὸ ὅλον θέμα φανερώνει μιὰν ἐντυπωσιακὴν θρησκοπολιτισμικὴν μάχην Ἀνατολῆς καὶ Δύσεως.  Νικητὴς καὶ θριαμβευτὴς ὡς ὥρας, ἡ Δύσις, ἢ μᾶλλον ὁ Βορρᾶς!
Ὁ «Σάντα», ἢ «Σνόουμαν» μὲ τὸ ἐλαφήλατον ἔλκηθρον, πλῆρες «δώρων» συσκευασθέντων  ὑπὸ μικρῶν συμπαθῶν ξωτικῶν, ἀρχιξωτικὸν καὶ ὁ ἴδιος, διευθύνει τὴν παρδαλὴν ὀρχήστραν τῆς «Μαγείας τῶν Χριστουγέννων».
Ἡ καθιέρωσις τῶν στερεοτύπων. Χιόνια, ἔλκηθρα, γουναρικά. Ὅλα μακρὰν τοῦ μεσογειακοῦ χειμῶνος, μὲ τὸν παγερὸν ἔναστρον οὐρανόν, ἐν τῷ ὁποίῳ μεσουρανεῖ ὁ Ἀστὴρ τῶν Χαλδαίων Μάγων.
Ὅμως, ὑπὲρ πᾶν ἄλλον, ἡ «Μαγεία». Αὐτὴ ὑποκαθιστᾶ τὴν θρησκειακὴν ὑπερβατικότητα.
Ἅπαντες κατὰ τὰς ἡμέρας αὐτὰς εἶναι «μαγεμένοι». Οὐδεὶς ἐκστασιασμένος. Ἅπαντες ὑποκύπτουν καὶ ἐπικύπτουν πρὸ τῆς μαγικογενοῦς καλωσύνης. Τὸ κατὰ Χριστὸν θαῦμα, μεταμορφοῦται εἰς μαγικὴν γοητείαν. Ὁ ἀποχρωματισμὸς τῆς πρώτης τῶν Δεσποτικῶν Ἑορτῶν, ἔχει τελεσθεῖ ἤδη. Τώρα ὁ καμβὰς ἐπαναχρωματίζεται  ὡς μιὰ ἐμπριμὲ παγκοσμιοποιητική, ὄχι οἰκουμενική, μαγικὴ εἰκών.
Τὸ δεσπόζον ῥῆμα εἶναι τὸ «Πιπράσκω». Τὸ ἄγχος τῶν ὠνίων, ὑπὸ τὰ «Χό, χό, χό!» γελοίων τελωνίων.
Ἡ «τόνωση τῆς ἀγορᾶς» δεσπόζει ἔναντι τῆς τονώσεως τοῦ ψυχικοῦ ἐγρηγορότος. Ἡ «τιμὴ τῆς γαλοπούλας», τοῦ τούρκου, εἰς τὸ «λιμιτάπ» ἔναντι τῆς τιμῆς τοῦ «Τετιμημένου» Ἀμνοῦ.
Τὰ «Χριστούγεννά» των ὡς μία «παγκόσμιος ἑορτή». Κάτι σὰν τὴν ἐπίσης ...τουρκοφάγον «Θενξγκίβιν Ντέυ».
Τὸ ἂν ὑφίσταται ὄντως ἡ μαγεία ὡς κοσμικὴ δύναμις, δὲν τὸ γνωρίζω, ἀλλὰ καὶ δὲν θέλω νὰ τὸ μάθω, δεδομένου ὅτι πᾶν ὑπονομεῦον τὴν Ἐλευθερίαν τῆς Βουλήσεως τὸ ἀπεχθάνομαι.
Ὅμως, κάποιοι, κάπου, κάπως, ἀπεργάζονται ἔργα πονηρὰ ἐπ᾿ ὀνόματί της.
Τὰ παιδιὰ μας πλέον ἐθίζονται εἰς αὐτήν, ὡς δυνάμεως ἐκ τῆς ὁποίας ἀπορρέει τὸ Καλὸν καὶ τὸ Κακόν.
Αἱ σύγχρονοι «μυθολογίαι» μὲ Ἀρχοντοδαχτύλιδα καὶ Χαρυποτέρια, ἀνατρέπουν τὴν «παραδοσιακὴν» θεολογίαν.
Τὸ Κακὸν ἐκπορεύεται ἐκ τῶν σπλάγχνων τῆς Μαγείας. Τὸ Καλὸν ἐπίσης. Τὸ Θεῖον ἀνύπαρκτον. Τὸ θεῖον, ἐνίοτε καιόμενον ἀντὶ λιβάνου, πανταχοῦ παρόν, ἀναπέμπει τὴν δυσωδεστάτην του αἰθάλην.
Ὁ Κόσμος τῆς Μαγείας. Ὀρφανὸς Θεοῦ. Οἱ «καλοὶ» τῆς μυθολογίας αὐτῆς τῆς Νέας Ἐποχῆς, δὲν προσεύχονται ποτέ. Τὸ καλὸν ἐκπηγάζει ἔσωθεν αὐτῶν ὑπὸ τὴν ἐπήρειαν «καλῶν πνευμάτων», μαγικῶν περιάπτων, χαϊμαλιῶν καὶ ξωτικῶν.
Τὰ Χριστούγεννα ὡς χειμερία ἑορτή, ἔλαβον ἀρχικῶς σαφεστάτην πρωτοκαθεδρίαν ἔναντι τοῦ Πάσχα εἰς τὰς κοινωνίας τῶν «ἀνεπτυγμένων» λαῶν τοῦ Βορρᾶ.
Ἐπίμονοι συγκρητισμοὶ ἀρχαίων δοξασιῶν, ἀρρήκτως συνδεδεμένων πρὸς τὰς λατρείας δαιμόνων τῶν δασῶν, ἀλλὰ καὶ τῶν φυσικῶν φαινομένων ἐν γένει, ἐπιμελῶς διέλυσαν τὸ πνεῦμα τῶν Χριστουγέννων.
Ὁ δρυΐδης ἀπέβαλε τὴν λευχείμονα ἐσθῆτα καὶ ἐνεδύθη ἐρυθρόλευκον ντεπιεσάκι. Δὲν ψάλλει βεβαίως κελτικὰς ἐπῳδοὺς, ἀρκούμενος εἰς τὸ νὰ χασκογελᾶ μὲ κεῖνον τὸ ἀηδὲς «Χό, χό, χό!» τῆς φαινομενικῆς καλοκαγαθίας, ἡ ὁποία εἶναι βεβαίως χαιρεκακία...
Ἐδῷ, εἰς τὴν «ὑπανάπτυκτον» καθ᾿ ἡμᾶς Ἀνατολήν, μᾶλλον δὲν θὰ εἶχε καμίαν τύχην, ἂν κάποιοι καπάτσοι ἐμπορευάμενοι  τοῦ 19ου αἰῶνος δὲν εἶχον μιὰν φαεστάτην ἰδέαν.
Νὰ τὸν «ἐνδύσουν» ὀνομαστικῶς διὰ τοῦ ὀνόματος ἑνὸς λογίου Καππαδόκου Ἱεράρχου, τοῦ Βασιλείου. Οὔτω, ὁ ἀσκητικὸς μαθητὴς τοῦ στωικοῦ Λιβανίου, ἐπάχυνεν ἐκ τῆς τροφικῆς πιμελῆς τοῦ ὑπερβορείου διαιτολογίου, ἐνεδύθη ἐρυθρῶν σαλβαρίων καὶ ἀμπεχώνων ὡς γαριβαλδινός καὶ ἐπέδραμεν εἰς τὰς ἐπικρατείας τοῦ Πνεύματος ὡς πνεῦμα ἀπάτης καὶ σφετερισμοῦ.
Ἀπόλαυσον λοιπὸν φίλε ἀναγνῶστα, τὴν «Μαγείαν τῶν Χριστουγέννων» τους καὶ μὴ σκέπτεσαι ποσῶς τὰ Χριστούγεννά σου.
Ἄλλωστε, κάτι μᾶς ἔχει ἀπομείνει ἐξ αὐτῶν.

Τὰ μελομακάρονα, οἱ κουραμπιέδες, τὰ χοιροσφάγια, καὶ τὰ «τρίγωνα κάλαντα» ἀπὸ διαφόρους κομπανίας – συμμορίας (πλέον) πλανοδίων ἀργυρολόγων μὲ περίεργον προφοράν...

Δεν υπάρχουν σχόλια: