Παρασκευή, 29 Ιουλίου 2016

Ἡ μνήμη.

...Τὸν θέσαμε κοντὰ σ᾿ αὐτὰ του ποὺ θυμᾶται...
Κ.Π. Καβάφης. «Λυσίου Γραμματικοῦ Tάφος».


Τὰ πάντα σχεδόν, τόσον εἰς προσωπικόν, ὅσον καὶ εἰς συλλογικὸν ἐπίπεδον, κερδίζονται καὶ χάνονται μέσῳ τῆς μνήμης.
Ἡ προσωπικὴ μας μνήμη, ἀπόλυτον καὶ ἀναπαλλοτρίωτον κεκτημένον μας, μᾶς προστατεύει ἐκ τῆς ἐπαναλήψεως τοῦ ἀπευκτέου καὶ μᾶς τρέπει εἰς τὴν ἐπανάκτησιν τοῦ εὐκτέου.
Πολλὰ κοινὰ εἰς πολλὰ πρόσωπα στοιχεῖα μνήμης, συνιστοῦν αὐτὸ τὸ ὁποῖον λέγομεν «συλλογικὴν μνήμην». Ἀλλὰ δι᾿ αὐτὰ τὰ πράγματα ἴσως ὁμιλήσωμεν ἄλλοτε, διότι αὐτὰ εἶναι ἡ Ἱστορία, εἶναι τὸ διαχρονικὸν Ἐγρηγορός μιᾶς οἰκογενείας, μιᾶς φυλῆς, ἑνὸς ἔθνους.
Εἶναι αὐτὸ τὸ ὁποῖον διαφοροποιεῖ μιὰν ὁμάδα ἀνθρώπων οἱ ὁποῖοι ἂν ὁδηγηθοῦν μὲ ἕνα τραῖνον εἰς ἕνα περιφραγμένον χῶρον κάπου εἰς τὴν Πολωνίαν καὶ περάσουν μιὰν πύλην ποὺ γράφει «Ἡ Ἐργασία Ἀπελευθερώνει», θὰ ...καταλάβουν, ἐν ἀντιθέσει πρὸς μιὰν ἀγέλην ἀρνιῶν τὰ ὁποῖα κάθε φορὰν ποὺ ὁ τζοπάνος των τὰ ἐπισκέπτεται διὰ νὰ «διαλέξῃ», «νομίζουν» ὅτι ἔρχεται διὰ νὰ τὰ ταΐσῃ.
Ἐμένα τώρα, μὲ μαγεύει καὶ μὲ ἐνθουσιάζει ἡ δυνατότης μου νὰ χρησιμοποιῶ μιὰν ὑπέροχον μνήμην, ἐξαπλουμένην καὶ ἐπὶ τῶν πέντε μου αἰσθήσεων, κάνοντάς με ὑπερήφανον (superbus) διὰ τὸ εἶδος (species) ποὺ (νομίζω ὅτι) ἐκπροσωπῶ.


Καὶ νά, πρὸ τριῶν περίπου χρόνων, στεκάμενος ἐπὶ τινος ἀπορρῶγος ὑδραϊκοῦ βράχου, παρὰ θῖν᾿ ἁλὸς, ἐνεθυμήθην με παιδάριον ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ σημείου νὰ προσπαθῶ νὰ σταματήσω τὴν αἱμοραγίαν τοῦ χεριοῦ μου.
Εἶχα τότε προσπαθήσει νὰ ξεκολλήσω μιὰν πεταλίδα ἐκ τοῦ βράχου της γιὰ νὰ τὴν δώσω στὴν δέσποινα τῶν λογισμῶν μου. Ἤμουν στὴν Τετάρτην Δημοτικοῦ καὶ κείνη «πρωτάκι».
Πόσον πολὺ Ἱστορίαν κρύπτει αὐτὸς ὁ -ἀνούσιος διὰ τοὺς λοιποὺς- βράχος στῆς Ὕδρας τ᾿ ἀκρογιάλι.
Δι᾿ ἐμέ μόνον! Δι᾿ ἐκείνην; Οὔτε λόγος...
(Ἀλλὰ τὶ μὲ κόφτει; Ἔστω καὶ δι᾿ ὁλίγα δευτερόλεπτα, ὑπὸ τὸν ἀνηλεέστατον ὑδραϊκὸν ἥλιον, εἶδον τὸν θαυμασμὸν εἰς τὰ ὑπέροχα μάτια της, ὅταν ἔπαιρνε ἀπ᾿ τὰ χέρια μου τὴν ματωμένην πεταλίδα).

Δεν υπάρχουν σχόλια: