Πέμπτη, 21 Ιουνίου 2018

Θηβαϊκὴ Νεκρόβιβλος.


Ἔρχοντ᾿ ἀνάλαφρα σεμνὰ οἱ μοναχοί,
σὰν λύκοι καλοκάγαθοι χαμένων παραδείσων,
σὲ ἥρεμες μονιές λησμονημένες.
σὲ μιὰ μικρὴ πεδιάδα τῶν Θηβῶν.
Πάντα δεόμενοι γιὰ τῶν κακούργων τὲς ψυχές.
Ὁ γέρων Ἰωὴλ ἐκλιπαρεῖ, γιὰ τὴν ψυχὴ τοῦ Καπανέως
ποὺ κεραυνὸς τὸν ἔκαψε, στ᾿ ἄη Γιαννιοῦ τὴ μέρα
ποὺ κλυδωνίζουν οἱ πυρές.
Ὁ γέρων Ματθαῖος, ἔνδακρυς στὰ γαλανὰ του μάτια,
γιὰ τοῦ Ἀδράστου δέεται τὴν ἕρμη τὴν ψυχή.
Ὁ Γέρων Βαρσανούφιος ἐκεῖθε θυμιατίζει
μορμύρων τὸν ψαλμὸν σαρανταπέντε,
γιὰ τοῦ Τυδέως τὴν βασίλειον ψυχήν.
Ὁ Γέρων Νεῖλος στ᾿ Ἀμφιάραου τὴν μνήμην κολυββίζει, 

ποὔφυγ᾿ ὁλόσωμος σὰν κεῖνον τὸν Θεσβίτην, 
(ἀπὸ τὴν Θίσβην δηλαδὴ πιό δίπλα, τὸν Ἀρβανίτην, τὸν νταῆν).
Ὁ Γέρων Παρθένιος παλιὸς πλωτάρχης,
πριχοῦ ντυθῇ στοῦ πένθους τὴν ἐσθῆτα, Παρθενοπαῖον μνημονεύει.
Ὁ Γέρων Ζώσιμος (παλιὸς Κατουνακιώτης), 

δυὸ λόγια μόνον λέγει στοῦ Ἱππομέδοντος τὴν μνήμη.
«Κύρι᾿ ἐλέησον».
Καὶ ὁ ἀββᾶς Ἀντίγονος, παλιὸς κοινοβιάτης, 

κρυφὰ στὰ ξημερώματα προτοῦ σημάνει ὄρθρος,
φορεῖ μὲ βιάση τὸ παλτώ, -παλιό ἀπό τσόχα μαύρη-
καὶ βγαίνει παραέξω.
Κοντὰ στὴν Ἐθνικὴν Ὁδό, πρὸς τὸ Νεοχωράκι,
μικρὴ κουμούλα βρίσκεται σπαρμένη μὲ τριφύλια.
Ἐκεῖ ὁ γέρων δέεται μὲ δάκρυα στὰ μάτια.
Γιὰ μιὰ ψυχὴ πού φόραγε τὸν δόλιο Πολυνείκη.