Παρασκευή 7 Αυγούστου 2026

«Ο sancta simplicitas!»

 
Εἰς μίαν πλατείαν τῆς πόλεως Κωνσταντίας ἐν Βάδῃ-Βυρτεμβέργῃ τὴν 6ην Ἰουλίου 1415 ἔχει στηθῇ μία πυρὰ. Ἐκεῖ εὑρίσκεται δεμένος καταδικασμένος εἰς «ἐξαγνιστικὸν θάνατον» τεσσαρακονταπενταετὴς Τσέχος φιλόσοφος καὶ προμεταρρυθμιστὴς θεολόγος, δρ Ἰωάννης Οὕσσιος (Johannes Huss).

Προτοῦ ὁ δήμιος ἀνάψῃ τὸν σωρὸν μὲ τὰ ξῦλα, πλησιάζει μιὰ γριούλα ἡ ὁποία μεταφέρει στὴν ῥάχην της ἕνα δεμάτι μὲ φρύγανα καὶ τὰ ἀποθέτει στὸν τόπον τῆς πυρᾶς.

Ὁ δεμένος κατάδικος μὲ μίαν σχετικὴν πικρίαν ἀναφωνεῖ τὸ περίφημον:

«Ο sancta simplicitas!». , ἁγία ἁπλότης!

Ἁπλότης. Μιὰ λέξις τόσον εὑρεῖα ἐν τῇ …ἁπλότητί της.

Περικλείει ὄντως τὴν ἁπλότητα ὡς ἀρετὴν ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἀπορρίπτουν ἐν τῷ βίῳ των καὶ -κυρίως- ἐν τῇ σκέψει των τοὺς δαιδαλώδεις περιττοὺς στοχασμοὺς τοὺς συνήθως ἄγοντας ἀντὶ ἀπαντήσεως εἰς τὸ …ἀρχικὸν ἐρώτημα, ὡς ἕνας βιαστικὸς περιηγητὴς ἑνὸς μουσείου καταλήγει ἐν τέλει εἰς τὸ ταμεῖον τῶν εἰσιτηρίων ἐκ τῶν ὄπισθεν. Ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἐπίσης, ἀντὶ τῶν διαφόρων περιτέχνων γενειάδων, προτιμοῦν τὸ ξυράφι τοῦ Ὄκκαμ.

Περικλείει ἀκόμη καὶ τὴν λιτότητα τοῦ βίου, ἐκείνην ἡ ὁποία -πρὸ τῆς ἑλληνικῆς καὶ ἀσιατικῆς ἐπιμολύνσεως- ἐδόξασε τὴν «ἀγροῖκον Ῥώμην», τὸ «agresti Latium» τῆς προαυτοκρατορικῆς ἐποχῆς.

Δυστυχῶς ὅμως ἡ «sancta simplicitas» περικλείει ὡς ἔννοια καὶ ἕναν ἄλλου τύπου τρόπον σκέψεως καὶ δράσεως, ὅστις δὲν τιμᾷ ἰδιαιτέρως τὴν ἱστορίαν τῆς ἀνθρωπίνης εὐφυΐας, μήτε τὴν αὐτοσεβαστικὴν ἠθικήν.

Τὰ ἀπιστεύτως ἀηδιαστικὰ ποσοστὰ ἅτινα καταγράφονται εἰς διαφόρους μετρήσεις σχετικῶς πρὸς τὴν στάσιν τοῦ πλήθους ἐπὶ ποικίλων ζητημάτων καὶ ἐπιλογῶν, τὰ ἀποτελέσματα διαφόρων ἐκλογῶν, ἀποτελοῦν μάρτυρα ἀψευδῆ μιᾶς simplicitatis τοῦ νοός, ὄχι ὡς τρόπου διαχειρίσεως τῶν ἀφηρημένων ἐννοιῶν, κατατάξεως τῶν προτεραιοτήτων, διακρίσεως τοῦ δέοντος, ἀλλ᾿ ὡς μιᾶς καταστάσεως αὐτοῦ τούτου τοῦ νοός, ὑποβαθμιζούσης αὐτὸν εἰς ἐπίπεδα ζωώδη καὶ ἐνίοτε ἀκραίως ἐνστικτικά.

Εἰς τὰ κοινωνικὰ πράγματα, ἡ κλασσικωτέρα περίπτωσις μιᾶς τοιαύτης «ἁπλότητος» εἶναι καὶ ἡ υἱοθέτησις τῆς θέσεως τῆς «κρατούσης ἀρχῆς».

Ἡ υἱοθέτησις αὕτη περικλείει ἐμφανῶς τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ μαζανθρώπου ὅπως αὐτὸς φανῇ εἰς τὴν ἀρχὴν «πιστός», εἰς τοὺς περιεστῶτας δέ ὡς «ἐνηρμονισμένος» μετ᾿ αὐτῶν ὡς «συν-φύλαξ τῆς νομιμότητος».

Ἀφανῶς ὅμως, περικλείει κάτι τὸ διαβολικῶς, ἐμετικῶς πρόστυχον.

Πρόκειται διὰ μίαν ἐξευτελιστικὴν τῆς ὅποιας προσωπικότητός του ἔκπτωσιν Ἠθικῆς. Ἐκείνης τῆς γνωρίμου, ἀκόμη καὶ ἐντὸς τῶν πλέον «πνευματικῶν» χώρων «Ἠθικῆς», ἐν τῷ πυρῆνι τῆς ὁποίας περικλείεται ὡς βρωμερὸν μαργαριτάρι ἡ αὐτοσυντήρησις.