Τοὺς ὕπατους ἐγὼ ἀνάδειξα στὶς συνελεύσεις κι αὐτοὶ κληρονομήσανε τὰ δικαιώματα φορέσαν πορφυροῦν ἀτίθασον ἔνδυμα σανδάλια μεταξωτὰ ἢ πανοπλία ἐξακοντίζουν τὰ βέλη τους ἐναντίον μου ἡ θέλησή μου ποὺ καταπατήθηκε τόσους αἰῶνες.
Μιχ. Κατσαρός, «Κατὰ Σαδδουκαίων»
Δὲν θ᾿ ἀσχοληθῶμε μετὰ τοῦ περιφήμου ὁμωνύμου ἀνακτόρου τοῦ βασιλέως Φρειδερίκου Β΄ τῆς Πρωσσίας.
Τοῦτο ὑπῆρξεν ἀτυχές,
τόσον ὡς κτίριον, βομβαρδισθὲν ἀγρίως κατὰ τὰ μαῦρα ἔτη τῆς Γερμανίας, ὅσον διὰ
τὸν Φρειδερῖκον, ὅστις εἶναι ἀμφίβολον -ἐξαιρετέων τῶν τελευταίων ἐτῶν τοῦ βίου
του- κατὰ πόσον ἔσχε τὴν πολυτέλειαν ἑνὸς «dolce far niente», ὅπερ καὶ ἀποτελεῖ τὸν κολοφῶνα τῆς
ποθουμένης ἀμεριμνησίας.
Ἐπ᾿ ἀφορμῇ τῆς
προσφάτου ἐκδημίας κάποιου ἐξέχοντος στοχαστοῦ, φιλοσόφου κατ᾿ ἄλλους (δὲν θὰ ἐρίσωμεν
ἐπ᾿ αὐτοῦ), καταθέτομε κάποιας σκέψεις γενικῆς φύσεως ἐπὶ τῶν λεγομένων
«πολυφασικῶν» λογίων, στοχαστῶν, φιλοσόφων καὶ τὰ συναφῆ.
Ἡ ἔννοια τῆς
πολυφασικότητος ἐδῷ δὲν ἅπτεται τῆς ψυχολογικῆς σημασίας. Ἀφορᾷ εἰς τὰς φάσεις
σκέψεως καὶ στάσεως τοῦ λεγομένου «πνευματικοῦ ἀνθρώπου», ἐκείνας τὰς ὁποίας οἱ
μελετηταὶ των ἄλλοτε καταγράφουν ὡς «ἐξέλιξιν», ἄλλοτε ὡς «ἐπάνοδον», ἄλλοτε ὡς
«κατάντιαν», «ἐκφυλισμόν» καὶ λοιποὺς χαρακτηρισμούς, συνήθως ἐξαρτωμένους ἐκ τῶν
κοσμοθεωρητικῶν «θεάσεων» τοῦ κρίνοντος.
Ὑπ᾿ αὐτὴν τὴν ἔποψιν,
δυνάμεθα νὰ παραδειγματίσωμεν ἐπὶ προσώπων παρουσιαζόντων πνευματικὴν
«ποικιλότητα», ὡς π.χ. ὁ Ἱερὸς Αὐγουστῖνος, τραπεὶς ἐκ τοῦ Μανιχαϊσμοῦ πρὸς τὸν
Χριστιανισμόν, ὁ Καζαντζάκης, διελθὼν (μέχρις ὑπερβολῆς) ἐξ ὅλων τῶν ῥευμάτων,
πίστεων καὶ θεωριῶν, πολιτικοκοινωνικῶν , φιλοσοφικῶν καὶ θρησκειακῶν.
Ἄλλοι παρέμειναν
γραμμικῶς «συνεπεῖς» εἰς μίαν πορείαν ἀπαρεγκλίτου σταθερότητος -κυρίως ἀρχῶν-,
ὡς ἐπὶ παραδείγματι ὁ Σωκράτης, ὁ Κάντιος, ὁ Σοπεγχάουερ, ὁ Πάουντ καὶ ὁ Μόσκα.
Ἄνευ εἰρωνείας, ὁ
«πνευματικὸς ἄνθρωπος» ὅστις δὲν ἔχει τύχῃ τῆς «εὐλογίας» κάποιου παγίου εἰσοδήματος,
ὅστις ἐξαρτᾶται ἐκ τοῦ κατὰ καιροὺς καὶ περιστάσεις «εὐπωλήτου» τοῦ πνευματικοῦ
του ἔργου, εἶναι ὁ πλέον ἐκτεθειμένος εἰς τὰς ἀσυμβάτους «ἐντροπίας» τῶν ἀρχικῶν του ἀρχῶν καὶ κατευθύνσεων (ὁ ὅρος χρησιμοποιεῖται μεταφορικῶς, ὄχι
θερμοδυναμικῶς), κατὰ τρόπον ταυτίζοντα τὸν φιλοσοφικὸν στοχασμὸν πρὸς τὰς
βιοτικὰς ἀνάγκας του.
Καὶ ἐνῷ ἡ «στροφὴ» ἑνὸς
«ὠρκισμένου» θαλασσογράφου εἰκαστικοῦ καλλιτέχνου ἐκ τῆς θαλάσσης πρὸς τὴν …προσωπογραφίαν,
ἔχει κατὰ κανόνα τὴν αἰτιολογίαν μιᾶς ἀκολουθίας τοῦ ἐμπορικοῦ συρμοῦ, ἑνὸς
μουσουργοῦ ἐκ τῆς συμφωνίας πρὸς τὸ …ῥεμπέτικον τὸ αὐτό, μιὰ παρομοίας μορφῆς
«στροφὴ» ἑνὸς φιλοσόφου ἐγείρει συχνάκις κρίσεις κατ᾿ αὐτοῦ κυμαινομένας ἀπὸ τῆς
λεπτῆς εἰρωνίας μέχρι τὴν ἐλεεινολογίαν του.
Ὁ λόγος εἶναι ὅτι ὁ μὲν καλλιτέχνης παράγει ἔργον βεβαίως ὑποκείμενον εἰς αἰσθητικοὺς κανόνας, τάσεις, «ῥεύματα», «σχολὰς» καὶ τὰ τοιαῦτα τῶν ἐστέτ καὶ τῶν «κριτικῶν τέχνης», τὸ ὁποῖον ὅμως δυσκόλως δύναται νὰ τύχῃ μιᾶς εὑρείας χρησιμότητος, δεδομένου ὅτι ἡ «χρησιμότης» - utilitas, ἀποτελεῖ ἐδῷ καὶ αἰῶνας τὴν «λυδίαν λίθον» κρίσεως τῶν πάντων.
Ἀντιθέτως, ὁ «πνευματικὸς ἄνθρωπος» δύναται νὰ παραγάγῃ «χρησιμότητα» εἰς τὸ ὁπλοστάσιον τῶν ἀντιμαχομένων μορφῶν κτήσεως ἐξουσίας.
Ὅπως κάθε ἄυλος παραγωγὴ
(εἰκαστική, ὑποκριτική, μουσική) δύναται νὰ ὑπηρετήσῃ κατὰ μείζονα ἤ ἐλάσσονα
τρόπον τὸν ἐξουσιοδιώκτην ἤ τὸν ἐξουσιάζοντα εἰς τοὺς σχεδιασμοὺς του, οὕτω καὶ
ἡ παραγωγὴ τοῦ «πνευματικοῦ ἀνθρώπου» δύναται νὰ χρησιμεύσῃ πολλαπλῶς.
Καὶ ναὶ μέν διὰ τὴν
διαποίμανσιν τῆς μάζης ὑπάρχουν οἱ καθιερωμένοι θεσμοί - «ἐργαλεῖα», τηλοψία,
χόλυγουντ, περιοδικὸς καὶ ἡμερήσιος τύπος, ἐπηρρεασταὶ τοῦ διαδικτύου, ἐνοριακοὶ
ἐφημέριοι, «ἔγκυροι» διαδοσίαι «πληροφοριῶν», διάφοροι (ἐλεγχόμεναι) λέσχαι «ἐκλεκτῶν»
κλπ, πάντοτε ὁ ἐξουσιάζων καὶ ὁ ἐξουσιοδιώκτης θὰ προσβλέπουν μὲ λιγούραν
καρχαρίου πρὸς τὸν ἐμπερίστατον οἰκονομικῶς στοχαστήν, τοῦ ὁποίου ἡ σοφὴ κεφαλὴ
εἰς τὴν «αἴθουσαν τροπαίων» του θὰ ἐγείρῃ τὸν θαυμασμὸν καὶ τὴν δοξολογίαν καὶ
τῆς πάντοτε ποθητῆς μειονότητος τῶν -κάπως περισσότερον- σκεπτομένων ἀνθρώπων
τοῦ ποιμνίου του.
Ὁ πνευματικὸς ἄνθρωπος
κουράζεται, γερνᾷ. Ὡς ὁ ἄλλοτε στιβαρὸς ἐραστὴς, ὁ δυνάμενος νὰ κατακτήσῃ καὶ νὰ
σκορπίσῃ τὴν ἡδονὴν εἰς πλῆθος ἐρωμένων, βλέπει τώρα τὴν occasio calvata τοῦ
βίου του νὰ γίνεται Atalanta
fugiens,
οὕτω καὶ ὁ «πνευματικὸς ἄνθρωπος» ὑπόκειται καὶ αὐτὸς εἰς τὰς ἀπογοητεύσεις τῆς
παρακμῆς τῶν ἰδεῶν του καὶ μάχεται τὰς προτέρας ἀρχὰς του ὡς αἰτίους τῆς
κακοπραγίας του.
Ὅλος μας ὁ θαυμασμὸς δι᾿
ὅσους ἐπιτυγχάνουν τέτοιας «τροπὰς» τῶν ἰδεῶν των νὰ τὰς παρουσιάζουν ὡς «ὡριμότητα»
καὶ ὄχι ὡς ἐκφυλισμόν.
Μέγιστος ὁ θαυμασμὸς μας
ὅμως, δι᾿ ὅσους ἵστανται «βράχοι», εἰς πεῖσμα τῶν κατηγόρων των, τῶν ἐμφανιζόντων
αὐτοὺς ὡς «ἀπολιθώματα».
Ταῦτα εἰς μνήμην ὄχι τοῦ προσφάτως ἐκδημήσαντος, ἀλλ᾿εἰς μνήμην ἑνὸς καλοῦ φίλου καὶ γείτονος, μετὰ τοῦ ὁποίου οὐδέποτε συνεφώνησα «πολιτικῶς», πλὴν ὅμως πάντα συνετάχθην μαζὶ του ἠθικῶς. Μαζὶ κατὰ τὰ θερινὰ καύματα τοῦ Αὐγούστου, συχνάκις συνγευματίζαμε εἰς τὸ ὑπόγειον μαγέρικον τοῦ Κοντογιάννη τῆς ὁδοῦ Ἀρχιμήδους.
Τοῦ ἀειμνήστου ποιητοῦ
-πάντα πτωχοῦ- Μιχαὴλ Κατσαροῦ.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου