Πέμπτη, 7 Ιουλίου 2016

«Ψῆφος στὰ δεκαεφτά», ἢ ἡ ἐφηβολειχία ὡς κοινωνικὴ διαστροφή.


Μονόπρακτον εἰς τὸ βαγόνι τοῦ τροχιοδρόμου (τραμβάυ) «Πλάτωνας» (sic).
Τρεῖς νεαραὶ σχολικῆς ἡλικίας. Καρφιά, νοβοπανόβιδες, στριφόνια καὶ κοσκινόπροκες παντοῦ στὸ σῶμα των. Δερμοστιξίαι Μαορί. Βολβοὶ ματιῶν διαγράφοντες ἀσκόπους ἡμικυκλικὰς τροχιάς, ὑπὸ τὴν ἐπήρειαν διαφόρων ἐξωτικῆς ὅσον καὶ ἐργαστηριακῆς προελεύσεως οὐσιῶν. Κρατοῦν μπύρες. Ἔχουν καὶ συνοδούς. Παρομοία ἐμφάνισις, ἐπιπλέον κυρτοὶ ὡς σουγιάδες κολοκοτρωνέικοι, καὶ ἅπαντες μὲ ζαρωμένα τὰ μέτωπα. Ἀπὸ τρεῖς ἔως πέντε ῥυτίδες. Κάτι σὰν τὸ κούτελον τοῦ Παντελῆ Ζερβοῦ φορεμένον εἰς λυκειόπαιδα. Κάθονται, -ἀκριβέστερον ἔχουν χυθεῖ- στὰ βιζαβί καθίσματα τοῦ τράμ σὰν σάκκοι μὲ καφφὲν Αἰθιοπίας.
Ἡ πλέον κουρασμένη ἐξ αὐτῶν, ἁπλώνει κάτι ἔργα γραφιστικῆς τέχνης, τὰ ὁποῖα ἐκτελοῦν καὶ χρέη ποδῶν, εἰς τὸ ἀπέναντι ἐλεύθερον κάθισμα.
Προτοῦ  ὁμιλήσω λέγων αὐτὸ ποὺ λέγω πάντοτε εἰς ἀναλόγους περιπτώσεις: «Κατεβάστε τὰ πόδια σας ἀπὸ τὸ κάθισμα, ἐπειδὴ σ᾿ αὐτὸ κάθονται ΚΑΙ ἄνθρωποι», μὲ προλαμβάνει μιὰ μεσόκοπος μανδὰμ καθημένη μὲ βρεμένον μπανιερὸν εἰς τὸ βελούδινον κάθισμα παρακεῖ μετὰ τὴν λουτροθεραπείαν της εἰς τὰ Φάληρα. Μὲ μιὰν ὑστερικὴν φωνὴν κάτι γρυλλίζει πρὸς τὸ ζωντανὸν ἔκθεμα τοῦ Κλίμτ.
Ἡ νέα κάνει ὑπακοὴν καὶ κατεβάζει τὰ κάτω ἄκρα της. Ἡ μανδὰμ ὑποτονθορίζει  μετὰ σχετλιαστικῆς διαθέσεως πρὸς προσκείμενον πρεσβύτην κύριον, τὰς συνήθεις καὶ κοινοτύπους ἐλεεινολογίας περὶ «χαλασμένων νέων» κοκ.
Ἐκεῖνος, (κόμη εἰς τὸ χρῶμα τῆς ἀλώπεκος -αὐγουστιάτικης ὡς πρὸς τὴν πυκνότητα-, μπλουτζὴν ξυραφισμένον, κάποια χαϊμαλιὰ καὶ ἐνώτιον), λαμβάνων τὸ ἀνάλογον σιρωπιῶδες ὕφος καὶ κοιτάζων τὴν -ἤδη ἡμίυπνον- ἐν δυνάμει ἐγγονὴν του, ἐκτοξεύει στομφωδῶς τὸ ἐπίσης κοινότυπον μπαρουφολόγημα:
«Ἡ νεολαία μας εἶναι καλή! Ἐμεῖς τὴν χαλάσαμε!».
Εἰς τὸν ἰδιωτικὸν βίον, τὸ ἐπιμελὲς γλείψιμον, ἢ καλαφάτισμα τοῦ νέου ἐκ μέρους τοῦ γέροντος, δύναται νὰ ἔχῃ κίνητρα παντοῖα, ἐνδεχομένως καὶ ἐρειδόμενα ἐπὶ τῶν ὁσονούπω καὶ βαθμηδὸν ἀτονουσῶν ὀχλήσεων τοῦ κεκμηκότος βιολογικοῦ του ὁπλοστασίου, τοῦ κειμένου εἰς τὰς κάτωθεν τοῦ ἡλιακοῦ πλέγματος περιοχάς.
Ταῦτα θὰ μοῦ εἴπῃς φίλε ἀναγνῶστα εἶναι πανάρχαια πάθη καὶ καμώματα τῶν παρηκμασμένων σκαριῶν, τῶν δυστροπούντων ἐπὶ τῇ ἐμφανίσει τοῦ διαλυτηρίου των.
Ἀνιχνεύονται ἀρχαιόθεν, εἴτε εἰς τὰς σουλαμιτικὰς διεξόδους τοῦ Προφητάνακτος τοῦ σεμνοπρεποῦς ἰουδαϊκοῦ ἔθνους, εἴτε εἰς τὰ γλοιώδη τσαλίμια ἀρχαίων –σοφῶν πάντοτε- Ἑλλήνων γεροκιναίδων, ἢ παρηκμασμένων ἐν γένει θηλυδριῶν, πρὸς ὡραίους καλολαδωμένους ἐφήβους καὶ ζουμερὰς αὐλητρίδας.
Ὅμως, ἡ ἀπόστασις μεταξὺ τοῦ νὰ ἐπιδιώκῃς τὰ νεανικὰ χαϊδολογήματα καὶ τοῦ νὰ γλείφῃς τὴν νεολαίαν ἐπὶ σκοπῷ χρήσεώς της εἴτε πολιτικῶς, εἴτε πολεμικῶς, εἶναι ἀπείρως ἀηδεστέρα ἔναντι παντὸς πορνογέροντος καὶ πάσης «τεκνατζοῦς» ἰουρασικῆς λάμιας.
Πιθανότατα ὁ Βοναπάρτης ὑπῆρξεν ὁ πρῶτος ὅστις ἐξέθεσε τὴν νεολαίαν εἰς τὰ πεδία τῶν –ματαίων- μαχῶν του.
«Μαρίες Λουΐζες» ἀπεκαλοῦντο τὰ πιτσιρίκια ποὺ ἐθερίζοντο ὑπὸ τῶν ῥωσσοαυστριακῶν σφαιρῶν εἰς τὰ περίχωρα τῶν Παρισίων.
Ἔκτοτε, πᾶς ἔκφρων ἡγέτης ἔχων μέσα του ἐκεῖνον τὸν πανάρχαιον πλατωνικὸν καὶ μωσαϊκὸν σκώληκα τῆς νεολειχίας, ὁραματίζεται μιὰν βαθμιαίαν ἐξόντωσιν τῶν ἡλικιωμένων, (διε)φθαρμένων πολιτῶν -ὑπηκόων καὶ τὴν ἀντικατάστασίν των ὑπὸ μιᾶς «νέας γενεᾶς» γαλουχημένης διὰ τῶν ζειδώρων ναμάτων τοῦ καθεστῶτος του.
Ἡ κολακεία καὶ τὸ πατόκορφο γλείψιμο τῆς νεολαίας. Χαρακτηριστικὸν τῶν χαμερπεστέρων πολιτικῶν δυνάμεων παγκοσμίως. Αἱ λογῆς «τάμπουλες ράζες», τὸ «καινούργιο ποὺ προβάλλει ὁλόφωτο, μές᾿ ἀπ᾿ τὶς στάχτες τοῦ παλιοῦ» καὶ ἄλλαι τοιαῦται ζουρλαμάρες τῶν διαφόρων πολιτικοκομματικῶν ταρταρίνων.
Ἡ Hitlerjugend τοῦ φρενοβλαβοῦς αὐστριακοῦ δεκανέως, αἱ balille τοῦ Ντοῦτσε, οἱ κομσομόλοι τοῦ ὁκτωβριανοῦ πράκτορος τῶν Γερμανῶν. Τὰ τσογλάνια τῆς «Πολιτιστικῆς Ἐπανάστασης», ποὺ ἔσερναν τοὺς δασκάλους ξεβράκωτους στοὺς δρόμους καὶ ἔκαιγαν τὰ αὐτοκρατορικὰ ἀρχεῖα τῆς Κίνας. Τὰ κτηνώδη ἀληταρόνια τοῦ Sompoan Yuvakok τοῦ Πόλ Πότ. Τὰ ἀφρικανικὰ ἄνηβα αἱμοβόρα σκουλήκια τῆς Μπόκο Χαρὰμ καὶ τῶν λογῆς φονταμενταλιστῶν ὁπαδῶν τοῦ ἐπιληπτικοῦ ἄραβος καμηλεμπόρου.
«Γνωρίζεις τὴν χώραν ὅπου ἀνθεῖ ἡ φαιδρὰ πορτοκαλέα (Gayorangeland);»
Ὅπου ζεῖ ἕνας λαὸς ἀποκεκτηνωμένος ἐκ τῆς παρατεταμένης τρεμοπρετεντεριζούσης τηλοψίας, τῆς πεισματώδους ἐμμονῆς του εἰς τὴν ἐξάσκησιν τοῦ χαρακτηριστικωτέρου ἐφηβικοῦ ἐλαττώματος, τῆς βουλιμικῆς καταναλώσεως ζωικῶν λιπῶν τοῦ τύπου «βρόμικο», τῆς ἀπολαύσεως λαθραίων καπνῶν, φονικῶν ἀποσταγμάτων οἰνοπνεύματος καὶ - κυρίως- τοῦ «μερακλώματος» ὑπὸ τὴν ἐπήρρειαν τῶν ἀνωτέρω καὶ ὑπὸ τοὺς ἤχους ἐρωτομανῶν γαϊδάρων – λαϊκῶν τραγουδιστῶν;
Ἐκεῖ στὴν χώραν ταύτην, ἐξ ΑΥΤΟΥ τοῦ λαοῦ, ἐπιλέγονται τὰ πλέον χαρακτηριστικὰ πρόσωπα, ἥτοι χλιδάεργοι φραπεδενεργούμενοι τενεκέδες, ὡς ἡγέται, στηριζόμενοι ὑπὸ μιᾶς τσέτας κροτώνων (χυδ. τσιμπούρια) τοῦ δημοσίου μπεζαχτᾶ, γνωστῶν καὶ ὡς «πνεβματικοὶ ἄνθρωποι».
Ὅλοι αὐτοί, οἱ «πολιτικοί», μεγαλωμένοι καὶ γαλουχημένοι διὰ τοῦ μαρξιστικοῦ γάλακτος, ὅπως τὸ σύνολον σχεδὸν τοῦ λαοῦ, «δεξιοῦ» καὶ «ἀριστεροῦ», μισοῦν τὴν κοινοβουλευτικὴν δημοκρατίαν, στηρίζοντες ὅμως τὸν κοινοβουλευτισμὸν ὡς πηγὴν ἐσόδων καὶ γομώσεως τῆς ἀσημαντότητός των.
Στόχος των, ἐμφανέστατος πλέον, ἡ κατάργησίς της, ἡ καταστροφὴ της, πρὶν τὸ Μεγάλο Βῆμα, τὸ ὄνειρον παντὸς μαρξιστοῦ...
Οἱ τρόποι διὰ νὰ καταστρέψῃς μιὰν κοινοβουλευτικὴν δημοκρατίαν εἶναι –βασικῶς- δύο:
Διὰ πραξικοπήματος καὶ διὰ τῆς ...διευρύνσεως τοῦ ἐκλεκτορικοῦ της σώματος, παρεισάγων εἰς τοὺς ἐκλογικοὺς καταλόγους ὅλον καὶ περισσότερα πρόσωπα μειωμένης πολιτικῆς εὐθύνης.
Ἔτσι λοιπόν, τὶ πιὸ δίκαιον;
Εἰς τοὺς καμμένους «ἐνήλικας» ἐγκεφάλους, ἂς προστεθοῦν καὶ τὰ 17άρια τὰ «καμμένα» τοῦ «μπάφου», τοῦ 20αώρου πρὸ τῆς παιχνιδοκονσόλας, καὶ τῶν «βρόμικων» ἐδεσμάτων.
Ἔτσι, ντερβίση λαὲ μου.
Ἂς «ἀνθίσουν πχιὰ ἕνα ἑκατομμύριο ἐκλογικοὶ κατάλογοι».
Σὰν τὰ ῥόδα τοῦ Ἰσπαχάν. Ἢ καλύτερον, σὰν τὶς ...φοῦντες τοῦ Κανταχάρ.
Ἔτσι κι᾿ ἀλλοιῶς αὐτὸ ποὺ ἀποκαλοῦν κάποιοι ἀκόμη «κοινοβουλευτικὴ δημοκρατία» ἔχει ξοφλήσει. 

Μιὰ ματιὰ στὸ ποιοὶ πισινοὶ στέκονται στὶς καρέκλες τοῦ γνωστοῦ βαυαρικοῦ μεγάρου τῆς Πλ. Συντάγματος, ἐκεῖ ποὺ ἐκάθησαν κάποτε ΚΑΙ πολιτικοί. 
Οὐδὲν ἕτερον.

Δεν υπάρχουν σχόλια: