Κυριακή 17 Σεπτεμβρίου 2017

Ἐκ τῆς ἀραβικῆς μεταφρἀσεως τοῦ «De Materia Medica» τοῦ Διοσκορίδου. Σχολὴ τῆς Βαγδάτης. Ὁ ἰατρὸς Ἐρασίστρατος ὁ Κεῖος (304-250 π.Χ.) ἐπ᾿ ἀνακλίντρου συνδιαλέγεται μετὰ τοῦ βοηθοῦ του. Τὸ ἀξιοσέβαστον τοῦ προσώπου του καταδεικνύεται διὰ τῆς ἅλω (φωτοστέφανος).
Σμιθσόνειον Ἵδρυμα, ἐν Βασιγκτῶνι.
Ἐλευθέρα ἀπόδοσις ἐξ ἑνὸς παλαιοῦ περσικοῦ ποιήματος:
«Δέν ἔτρωγε, δέν ἔπινε, δέν γέλαγε καθόλου.
Στὴν κλίνη μόνον κείτονταν, καὶ στέναζε βαρειά.
Γιατροί πολλοὶ τὸν εἴδανε καὶ σήκωσαν τά χέρια,
-Τὸ παληκάρι (εἴπανε) πάει γιά πεθαμό...
Σάν ἦρθ᾿ ὁ Ἐρασίστρατος ἅπλωσε τὰ χέρια.
Τὸ ἕνα πάνω στὴν καρδιὰ καὶ τ᾿ ἄλλο στὸν σφυγμό.
-Βγῆτ᾿ ὅλοι ἔξω (πρόσταξε) κι εὐθὺς νὰ ξαναμπῆτε. Μἀ ὄχι ὅλοι σας μαζί, ἕκαστος μέ σειρά.
Ἔτσι ἔγινε καὶ μπήκανε ὅλοι τους ἕνας-ἕνας κι ἡ Στρατονίκη πρόβαλε στὸ τέλος τῆς σειρᾶς.
Σηκώθηκ᾿ ὁ τρανὸς γιατρός, μέγας ἀνθρωπογνώστης.
Καὶ εἶπε εἰς τὸν Σέλευκο πού δάκρυζ᾿ ἐκεῖ δᾶ.
Ἔλα μαζἰ μου βασιλεῦ, θέλω νὰ σοῦ μιλήσω...
-Βρῆκες γιατρὲ μου ἄραγε τὴ νόσο τοῦ παιδιοῦ;
-Ἄκουσε ἄρχοντα τρανέ καὶ κρίνε μοναχός σου.
Ὁ γυιὸς σου ἔχει πληγωθῇ ἀπό μεγάλη νόσο!
Τῆς Κύπριδος ὁ γυιὸς τὸν ἔχει σαγιτέψῃ.
Κι ἂν δέν σβηστῇ ὁ πόθος του, στὸν Ἄδη θὰ μισέψῃ.
-Ποιά εἶναι κείνη ὦ σοφέ, πού πῆρε τοῦ παιδιοῦ μου, καρδιά, ψυχὴ καὶ μέ γητειά τοῦ λειώνει τό κορμί;
Ἀλίμονο μου ἄρχοντα, ἂν στὴν ἀποκαλύψω! Μά σάν γιατρός πού ἔδωσα ὅρκο τ᾿ Ἀσκληπιοῦ, πρέπει ἀμέσως, τώρα δᾶ, ἐτοῦτο νὰ σοῦ πῶ:
Ὁ γυιὸς σου βασιλέα μου, σ᾿ ἔρωτα ἔχει πέσει, ποθώντας τὴ γυναίκα μου, μέ ἔρωτα κρυφό...

Ὁ Ἐρασίστρατος, ἐξιχνιάζει τὴν μυστηριώδη «ἀσθένειαν» τοῦ πρίγκηπος Ἀντιόχου τοῦ Σωτῆρος, ἐνώπιον τοῦ πατρὸς του Σελεύκου τοῦ Νικάτορος καὶ τῆς νεαρᾶς συζύγου του Στρατονίκης.
Jacques-Louis David. «Ἀντίοχος καί Σρατονίκη».

-Δώστην του ἄνθρωπε σοφέ καί γώ θά σέ ἀμείψω, μ᾿ ὅ,τι ποθεῖς κι ὅ,τι ζητεῖς σέ τούτη τή ζωή!
-Ναί θά τήν δώσω ἄρχοντα, νά σβήσῃ ὁ καημὸς του. Τ᾿ ἄτιμα βέλη τοῦ Ἔρωτος νὰ σπάσουνε ἂν θές. Μά πές μου πρώτα βασιλεῦ, αὐτό πού θά ῥωτήσω...
-Τί θέλεις ἄνθρωπε καλέ ν᾿ ἀκούσῃς ἀπό μέ;
-Ἂν σούλεγα πώς τό παιδί ποθῇ τὴν συζυγό σου, τὴν ξακουστή καί ἔντιμη, ὡραία Στρατονίκη, θά ἔδινές την μέ χαρά γιά νάβρῃ γιατρειά;
-Ναί, θά τήν ἔδινα κι αὐτήν καί ὅλο μου τό βιός μου, γιατί ἐγώ τὴν χάρηκα καί θέλω καί αὐτή, σέ ἄνδρα νέο κι ὄμορφο πάλι νὰ χαρῇ!
-Αὐτὴν ποθεῖ ὁ Ἀντίοχος, ὁ πρίγκηπάς σου μόνο.
Μόνον ἐκείνη δύναται νὰ τὸν κρατήσῃ ἐδῷ.
-Τὴν δίνω τώρα εὐθύς γιατρέ, νά ζήσουνε μαζί.
Γιατί ἡ ἀγάπη σπάει εὐθύς καί τοῦ Ἔρωτα τὰ βέλη. Γιατί τὰ νειάτα ἔχουνε τό δίκιο στό πλευρό.

Ἔτσι εἶπε καί ἔτσι ἔκαμε ὁ Σέλευκος ὁ μέγας. Πού νίκες μόνο γνώρισε σ᾿ ὅλη του τὴν ζωή.
Κι ἦταν κι αὐτὴ μιά νίκη του, ἡ πι΄ ὄμορφη ἀπ᾿ ὅλες, ἀφοῦ αὐτά π᾿ ἀγάπησε τὰ ἔζεψε μαζί».

Δεν υπάρχουν σχόλια: